ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Πανηγυρικός Λόγος – Υπουργείο Εσωτερικών

Πανηγυρικός Λόγος – Υπουργείο Εσωτερικών

Αθήνα, 27 Οκτωβρίου 2022, 12:30 μμ

Ιωάννης Σ. Λάμπρου

 

Κύριε Υπουργέ,

Κα Υπηρεσιακή Γραμματέα

Κυρία Γενική  Διευθύντρια

Κύριοι Διευθυντές

Συνάδελφοι

Αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και χαρά για μένα να μοιραστώ μαζί σας, με την ηγεσία του Υπουργείου και τους  καλούς συναδέλφους, λίγες σκέψεις, ελπίζω όχι κουραστικές, για τη 82η επέτειο του ΟΧΙ μετά τρία έτη περιορισμών λόγω της πανδημίας, πανδημία η οποία έχει κοστίσει τη ζωή σε χιλιάδες συμπατριώτες μας. 

Το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Ένα ιστορικό γεγονός  συνυφασμένο με ανείπωτες θυσίες και στερήσεις τις οποίες η μαλθακή μας κοινωνία δεν μπορεί να διανοηθεί και ίσως  δεν επιθυμεί να συνειδητοποιήσει, λόγω των υποχρεώσεων που αυτή η συνειδητοποίηση γεννάει. 

Το πρώτο ΟΧΙ, με το δεύτερο να ακολουθεί από τον Αλέξανδρο Κορυζή στις 6 Απριλίου 1941.

Το ιταλικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου αποτελεί τον επίλογο της ιταλικής αναθεωρητικής πολιτικής στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Τα χρόνια που προηγήθηκαν  της πολεμικής αντιπαράθεσης του 1940 οι ελληνο-ιταλικές σχέσεις δοκιμάστηκαν με αρκετές αφορμές. Οι ιταλικές αξιώσεις για τη Νοτιοδυτική Μικρά Ασία, ιδιαίτερα τη Σμύρνη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και η απόλυτη εναντίωση στην εκεί ελληνική παρουσία, οι πιέσεις προς υιοθέτηση της ιταλικής γλώσσας και την απομάκρυνση από την Ορθοδοξία που ασκούνταν στους Έλληνες των Δωδεκανήσων,  αλλά και ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας τον Αύγουστο του 1923 με αφορμή την δολοφονία μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας της επιτροπής οριοθέτησης των ελληνοαλβανικών συνόρων από αγνώστους, απετέλεσαν σημεία τριβής μεταξύ Αθηνών και Ρώμης. Η δε άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι το 1922 και οι ιταλικοί σχεδιασμοί για την ανασύσταση μιας νέας Αυτοκρατορίας που θα καθιστούσε απόλυτη την ιταλική υπεροχή  στην Μεσόγειο (ήδη η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα όπως προαναφέρθηκε και τις ακτές της Λιβύης από τον ιταλοτουρκικό πολέμο του 1911-1912 ) ενέτεινε σταδιακά την πίεση προς την Αθήνα το βλέμμα της οποίας ήταν στραμμένο στο κλείσιμο εκκρεμοτήτων με Τουρκία και Βουλγαρία αντίστοιχα. Απόδειξη του ιταλικού αναθεωρητισμού η κατάληψη της Αιθιοπίας το 1936 και η δημιουργία της Ιταλικής Ανατολικής Αφρικής, αλλά και η απορρόφηση της Αλβανίας  το 1939.

Ακόμα όμως και σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε τη συνεννόηση με την ιταλική πλευρά και το 1928 υπεγράφη το Σύμφωνο Βενιζέλου-Μουσολίνι βασικές πρόνοιες του οποίου ήταν ο σεβασμός των συνόρων και η τήρηση ουδετερότητας σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των συμβαλλομένων μερών δεχόταν επίθεση από τρίτο κράτος. Η εκπεφρασμένη, όμως, βούληση της Ιταλίας να συγκαταλέγεται μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων αποτυπώθηκε  στη σύναψη του Χαλύβδινου Συμφώνου με την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, τον Μάιο του 1939, επισημοποίώντας την συμπόρευση Βερολίνου και Ρώμης.

Αξίζει να αναφερθούν λίγα λόγια για την θεμελίωση του ΟΧΙ, πέραν των ευρύτερων γεωστρατηγικών προβληματισμών, σε σχέση με τα βιώματα ης τότε πρόσφατης ιστορίας  και την αγωνία  της  ελληνικής ηγεσίας.

Το σκεπτικό της απόφασης το εξήγησε ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς στη διακοίνωση του στους αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων στις 30 Οκτωβρίου.[1]

Έχοντας υπάρξει ο ίδιος συμπρωταγωνιστής του διχασμού των ετών 1915-1917, με ευθύνες για την όξυνση των παθών όπως άλλωστε και ο μεγάλος αντίπαλός του Ελευθέριος Βενιζέλος, και εκ των κορυφαίων φυσιογνωμιών της αντιβενιζελικής παράταξης είχε ιδιαίτερη, βιωματική επίγνωση της αναγκαιότητας του αρραγούς εθνικού μετώπου.

 Στην προσπάθειά της ελληνικής κυβέρνησης να αποφύγει τον πόλεμο καθώς τα δύο στρατόπεδα στην Ευρώπη διαμορφώνονταν με γοργούς ρυθμούς, ο ίδιος ο Μεταξάς, προ του πολέμου, προχώρησε σε σχετικές βολιδοσκοπήσεις της ελληνικής κυβέρνησης προς τον Άξονα. Το Βερολίνο δεν άφησε άλλη εναλλακτική πλην της προσχωρήσεως  της χώρας στον Άξονα ενδεχόμενο το οποίο θα σήμαινε  αφ’ ενός επέκταση της Ιταλίας δυτικά έως την Πρέβεζα και πιθανότατα αντίστοιχη επέκταση της Βουλγαρίας μέχρι την Αλεξανδρούπολη  χάριν αόριστων οικονομικών και άλλων ανταλλαγμάτων στην γερμανική Νέα Τάξη. Η Ελλάς εκαλείτο, λοιπόν, σύμφωνα με την γερμανική θέση, όπως αναφέρει ο Ι. Μεταξάς στο ημερολόγιό του, να επιλέξει την εθελούσια υποδούλωση και τον εθνικό ακρωτηριασμό για να αποφύγει τον πόλεμο.

Η αντίδραση των Άγγλων σε αυτή την περίπτωση θα ήταν άμεση με την κατάληψη της Κρήτης και νησιών του Αιγαίου προς προάσπιση των θαλάσσιων οδών και της θέσης τους στην Αίγυπτο.

Το αποτέλεσμα θα ήταν η τριχοτόμηση της Ελλάδος. Η πρώτη, η «Επίσημος Ελλάς των Αθηνών» που θα είχε συναινέσει στην υποδούλωση στον Άξονα, η δεύτερη η  «Πραγματική Ελλάς» η κοινή γνώμη της Επίσημης Ελλάδος που  θα ήταν εχθρική στις παραχωρήσεις στον Άξονα, η Τρίτη η ελεύθερη «Δημοκρατική Ελλάς»  που θα δημιουργείτο στην καταλαμβανόμενη από τους Άγγλους Κρήτη και Νησιά του Αιγαίου, Τρίτη Ελλάς η οποία θα είχε την ηθική στήριξη της δεύτερης, της υποδουλωμένης κοινωνίας στον Άξονα.

Προέβαλλε λοιπόν ο κίνδυνος, ανάλογος του 1915-1917, ενός νέου εθνικού διχασμού τον οποίο ο Μεταξάς με την πικρή εμπειρία ήθελε να αποφύγει. Αναδεικνύεται η τραγική μορφή και το μεγαλείο του παλαίμαχου πολιτικού ο οποίος έχοντας γευθεί ο ίδιος τις συνέπειες του Εθνικού Διχασμού πασχίζει να τον αποτρέψει ακόμα, και αν, η πολεμική  αντιπαράθεση με την Ιταλία φέρει την χώρα προσωρινά υποδουλωμένη. Προσωρινά διότι πίστευε αταλάντευτα στην ήττα της Γερμανίας όπως ο μεγάλος αντίπαλός του το 1916 πίστευε, με φανατισμό και αδιαλλαξία, στην ήττα του Βερολίνου.

Είναι αυτή η πολιτική που διασφάλισε την ενότητα στο μέτωπο του 1940-1941. Και είναι αυτή η ημερομηνία, η 28η Οκτωβρίου 1940 –  και όχι η 12η Οκτωβρίου 1944, ημερομηνία απελευθέρωσης των Αθηνών – που αποτελεί σύμβολο, ομόθυμης βούλησης του Έθνους να προτάξει αντίσταση όχι με την βεβαιότητα εδαφικών ανταλλαγμάτων αλλά πρωτίστως γιατί Πρέπει.

Γράφει σχετικά ο Ι. Μεταξάς στο ημερολόγιό του:  « Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει ».

Αυτό το Πρέπει αφορά εμάς.  Η συνειδητοποίηση ότι Πρέπει εμείς και μόνο εμείς να καταβάλουμε το κόστος του ανεξάρτητου εθνικού βίου. Τούτο συνιστά δικό μας χρέος. Όχι των εταίρων και των  σύμμαχων μας.

Η επίκληση  του ηρωικού παρελθόντος δεν πρέπει να περιορίζεται, φυσικά, σε κενές περιεχομένου  αναφορές στις ιστορικές επετείους αλλά να υποστασιοποείται σε έργα πολεμικής προπαρασκευής και σφυρηλάτησης εθνικού φρονήματος. «Άνδρες πόλις και ού τείχη, ουδέ νήες ανδρών κεναί.» επισημαίνει σχετικά ο Θουκιδίδης. «Η ισχύς της πόλης είναι οι άντρες και όχι τα τείχη ούτε τα άδεια πλοία».[2] Συνιστά χρέος κάθε ηγεσίας να διαφυλάττει ως κόρη οφθαλμού όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα ενός λαού όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις θυσίες και τα ιστορικά του βιώματα.

Ο πατριωτισμός παράλληλα, υποστασιοποιείται  και σε πράξεις καθημερινότητας. Γράφει σχετικά ο Παπαδιαμάντης, την Πρωτοχρονιά του 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολη, « Ἄμυνα περί πάτρης δὲν εἶναι αἱ σπασμωδικαί, κακομελέτητοι καὶ κακοσύντακτοι ἐπιστρατεῖαι, οὐδὲ τὰ σκωριασμένης ἐπιδεικτικότητος θωρηκτά. Ἄμυνα περὶ πάτρης θὰ ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνικὴ ἀγωγή, ἡ χρηστὴ διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καὶ τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τὸ φρόνημα καὶ ἐκφυλίσαντος σήμερον τὸ ἔθνος, καὶ ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας. »[3]

Ενότητα και συνειδητοποίηση του κόστους που πρέπει να καταβληθεί συνιστούν τα δύο μηνύματα της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Αν λοιπόν στο μέλλον, κοντινό ή μακρινό, η χώρα μας βρεθεί αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας πολεμικής αντιπαράθεσης, χωρίς να το έχει επιδιώξει, αυτό το Πρέπει οφείλει να καθοδηγεί Ηγεσία και Λαό. Να μην παρεισφρήσει στη σκέψη μας η έννοια του κέρδους ή του κόστους που ένας πόλεμος συνεπάγεται. Ούτε να αναζητήσουμε εγγύηση επιτυχίας. Δεν υπάρχει τέτοια εγγύηση. Κανείς δεν μπορεί να δώσει τέτοια εγγύηση.

Συνεπώς τι απομένει;

Απομένει αυτό το Πρέπει.

Αυτό το Πρέπει αποτελεί μονόδρομο. Συνεπάγεται θυσίες τις οποίες συνειδητά οφείλουμε να καταβάλλουμε, αν όχι με ενθουσιασμό όπως οι προπάτορές μας το 1940-1941, τουλάχιστον με την επίγνωση πως αυτό θα αναμένουν εκείνοι από εμάς.

Ώστε να δώσουμε στα παιδιά και στα παιδιά των παιδιών μας την περηφάνια να μιλάνε για εμάς με τον ίδια αίσθηση χρέους και σεβασμό με τον οποίο εμείς οι ίδιοι μιλάμε  για την γενιά του 1940.

Σας ευχαριστώ.

[1] Ι. Μεταξάς, Το Προσωπικό του Ημερολόγιο 1933-1941:  Η Τετάρτη Αυγούστου – Ο Πόλεμος 1940-1941, Επιμέλεια Φαίδων Βρανάς Εκδόσεις, Ίκαρος 1960. σελ. 520-526. Προσβάσιμο εδώ, https://www.ioannismetaxas.gr/Anakoinosis%20I.Metaxa%20pros%20Idioktitas%20Athinaikou%20Tupou.pdf 

[2] Θουκιδίδης: Ιστορίαι Πελοποννησιακός Πόλεμος, Τόμος Έβδομος,, 77.7.

[3] 1.1.1896, Εφημερίδα Ακρόπολη.