ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών, Στέλιος Πέτσας, από τη Βουλή: «Ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται την ψήφο των αποδήμων» (26.05.2021)

     Αθήνα, 26 Μαΐου 2021

 

Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών, Στέλιος Πέτσας, από τη Βουλή:

«Ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται την ψήφο των αποδήμων»

 

«Ζήτημα ύψιστης πολιτικής και εθνικής σημασίας» χαρακτήρισε την άρση των περιορισμών στην ψήφο των αποδήμων ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών, Στέλιος Πέτσας, από τη Βουλή, κατά τη διάρκεια της συζήτησης και ψήφισης επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου «Άρση περιορισμών για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εκλογέων εξωτερικού», του Υπουργείου Εσωτερικών.

Όπως επισήμανε ο κ. Πέτσας, η ισότιμη συμμετοχή των αποδήμων στις εθνικές εκλογές δεν αποτελεί απλώς μία πράξη συμβολισμού, αλλά «ένα ουσιαστικό βήμα για την αναβάθμιση των σχέσεων της Ομογένειας με τη μητέρα πατρίδα».

«Η Νέα Δημοκρατία είναι η μοναδική παράταξη που υποστηρίζει, διαχρονικά, με σθένος και συνέπεια, τη διευκόλυνση της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού», σημείωσε ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών, προσθέτοντας ότι οι αιτιάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για «μικροκομματικές σκοπιμότητες» και «ψηφοθηρικές μεθοδεύσεις» εκ μέρους της Κυβέρνησης, στερούνται σοβαρότητας και επαφής με την πραγματικότητα.

Ο κ. Πέτσας υπογράμμισε ότι το νομοθέτημα του Δεκεμβρίου του 2019 δεν ήταν η ιδανική, ήταν -ωστόσο- η μόνη ρεαλιστική λύση από πολιτική άποψη, καθώς -όπως τόνισε- «κατάφερε να σπάσει τον κλοιό της αδράνειας και της απραξίας, που περιέβαλλε, επί σχεδόν μισό αιώνα, το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων».

Ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών αναφέρθηκε στη διγλωσσία και την υποκρισία του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όπως εκφράστηκε και από την αρμόδια τομεάρχη του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Θεοδώρα Τζάκρη, στις πρόσφατες δηλώσεις της στον «Εθνικό Κήρυκα».

Όπως σημείωσε, χαρακτηριστικά, ο κ. Πέτσας: Από τη στάση του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης «φάνηκε ποιοι θέλουν ένα ιδιότυπο απαρτχάιντ στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Ποιοι θέλουν πολίτες, χωρίς ίσα δικαιώματα. Και μάλιστα στο κορυφαίο αυτών, όπως είναι το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές. Και οι Έλληνες του εξωτερικού, οι απόδημοι αδερφοί μας, ξέρουν πλέον ποιοι θέλουν να τους διευκολύνουν και ποιοι τους δουλεύουν».

«Είναι φανερό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται την ψήφο των αποδήμων. Φοβάται ότι η ισότιμη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογές θα απελευθερώσει δυνάμεις που δεν μπορεί να τις ελέγξει —κάτι σαν εκείνους τους ανεξέλεγκτους αρμούς της εξουσίας, για τους οποίους είχε μιλήσει προ καιρού ο αρχηγός του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης», πρόσθεσε ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών.  

Ο κ. Πέτσας έκανε λόγο για μία ιστορική ευθύνη που έχει ο πολιτικός κόσμος απέναντι στους Έλληνες του εξωτερικού και ιδίως στη νέα γενιά των Ελλήνων, που έφυγε από τη χώρα στα χρόνια της κρίσης και κάλεσε τις πολιτικές δυνάμεις να επιδείξουν την απαιτούμενη εθνική συστράτευση, αφήνοντας πίσω άγονες αντιπαραθέσεις και διχασμούς.

 

 

Ακολουθεί ολόκληρη η τοποθέτηση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών, Στέλιου Πέτσα, στη Βουλή, κατά τη διάρκεια της συζήτησης και ψήφισης επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου «Άρση περιορισμών για την εγγραφή στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους εκλογέων εξωτερικού», του Υπουργείου Εσωτερικών.

«Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ο κ. Παφίλης προκάλεσε μία πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, γύρω από την οποία θα ήθελα να επισημάνω και εγώ ορισμένα σημεία. Κύριε Παφίλη, το ποιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα προκαλεί πλούτο, ευημερία και στηρίζει τη δημοκρατία και ποιο πολιτικό και οικονομικό σύστημα προάγει τη μιζέρια, ανακατανέμει φτώχεια και οδηγεί σε καταπίεση, έχει φανεί ξεκάθαρα, τον προηγούμενο αιώνα.

Δεύτερο σχόλιο, μιλήσατε για το Ισραήλ. Εσείς που πιστεύετε στον ιστορικό υλισμό, είναι ανιστόρητη αυτή η σύγκριση για ένα κράτος που δημιουργήθηκε -όπως όλοι ξέρουμε ότι δημιουργήθηκε- από τη διασπορά και όχι ανάποδα.

Τρίτο σχόλιο. Είπατε ότι «παίζουμε» και ότι «κοροϊδεύουμε», γιατί ξέρουμε ότι δεν θα ψηφιστεί με τον απαιτούμενο αριθμό των 200 βουλευτών. Μα, εάν κάποιος κοροϊδεύει για ένα τόσο κορυφαίο ζήτημα, όπως είναι το δικαίωμα του εκλέγεσθαι και του εκλέγειν, πώς είναι δυνατόν να μην αποκαλυφθεί; Και ποιος είναι ο καλύτερος χώρος, προκειμένου να φανεί το ποιος είναι εκείνος που κοροϊδεύει, εάν δεν είναι το βήμα της Βουλής; Και εάν μιλάμε για «κοροϊδία που πρέπει να αποκαλυφθεί», ώστε να καταδικαστεί πολιτικά -γιατί δεσμεύει με την ψήφο του το μέλλον της πατρίδας- αυτό πρέπει να γίνει εδώ, μέσα στην Ολομέλεια.

Αναφερθήκατε, επίσης, στους εκλογικούς καταλόγους. Δεν είναι αυτός, δηλαδή, ικανός δεσμός; Αναφερθήκατε, πολύ σωστά, στο πώς γίνεται η κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων. Μα, εμείς δεν μιλάμε για κάποια τροποποίηση αυτού του συστήματος, αλλά για το πώς θα διευκολύνουμε τους ανθρώπους που ζουν στο εξωτερικό, να ασκήσουν το δικαίωμά τους από τον τόπο κατοικίας τους. Και, επομένως, εφόσον έχουμε εδώ μία πολιτική δύναμη, η οποία δηλώνει ότι οι όποιοι περιορισμοί υπήρχαν με το πρόσφατο νομοθέτημα του Δεκεμβρίου του 2019, είναι προσβλητικοί και πρέπει να καταργηθούν όταν έρθει στην εξουσία, τι καλύτερο από το να συζητήσουμε στη Βουλή πώς μπορούν αυτοί οι περιορισμοί να αρθούν; Και να αποκαλυφθεί εάν για αυτό το κορυφαίο ζήτημα, κάποιος κοροϊδεύει και να απομονωθεί πολιτικά. Είναι κορυφαίο ζήτημα, είναι ιστορικής σημασίας αυτή η συζήτηση.

Περνώ, τώρα, στο κύριο σώμα της ομιλίας μου.

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές, το νομοσχέδιο για την ψήφο των αποδήμων σχετίζεται άμεσα με δύο μείζονα ζητήματα.

Το πρώτο αφορά στη σχέση του εθνικού κέντρου με την απανταχού ομογένεια.  Το δεύτερο αφορά την ποιότητα της Δημοκρατίας μας.

Η θέση της Κυβέρνησης απέναντι σε αυτά τα ζητήματα είναι ξεκάθαρη:  Η ψήφος των αποδήμων ενισχύει τους δεσμούς με την ομογένεια και διασφαλίζει την ισοτιμία στην άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Το ίδιο ξεκάθαρη θα έπρεπε να είναι η στάση και των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων.

Δυστυχώς, όμως, ορισμένα κόμματα της αντιπολίτευσης —και ιδίως η αξιωματική αντιπολίτευση— επιχειρούν να μετατρέψουν σε δίλημμα αυτές τις αυτονόητες διαπιστώσεις.

Η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών, όπως και η προηγούμενη, δεν κινείται στη λογική του «όλα ή τίποτα».

Γι’ αυτό και ο προηγούμενος νόμος, του 2019, ήταν αποτέλεσμα γόνιμων συμβιβασμών, που έγιναν και από την κυβερνητική πλευρά, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η ψήφισή του με την απαιτούμενη διευρυμένη πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή τουλάχιστον 200 βουλευτές.

Θεωρούμε, ωστόσο, ότι οι περιορισμοί για την ψήφο των ομογενών —αυτό το ιδιότυπο ανάχωμα, όπως το έχει χαρακτηρίσει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης— παρεμποδίζουν την επαφή των Ελλήνων του εξωτερικού με την εθνική εστία και πρέπει να καταργηθούν.

Ακούσαμε τις προηγούμενες ημέρες, την αξιωματική αντιπολίτευση να κατηγορεί την Κυβέρνηση για «μικροκομματικές σκοπιμότητες», «ψηφοθηρικές μεθοδεύσεις», «ευκαιριακές πολιτικές», «επικοινωνιακά πυροτεχνήματα» και άλλα παρόμοια.

Ως συνήθως, οι αιτιάσεις αυτές του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με την πραγματικότητα ούτε με τη σοβαρότητα.

Πώς είναι δυνατόν να κατηγορείται για «ευκαιριακές πολιτικές» και «επικοινωνιακά τεχνάσματα» η Νέα Δημοκρατία, η μοναδική παράταξη που υποστηρίζει διαχρονικά, με τέτοιο σθένος και τόση συνέπεια, τη διευκόλυνση της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού;

Δεν υπήρξε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, τις τελευταίες δεκαετίες, που να μην προσπάθησε να εξασφαλίσει την έγκριση της Βουλής για την ψήφο των αποδήμων.

Δυστυχώς, όλες εκείνες οι προσπάθειες απέτυχαν, επειδή δεν υπήρξε η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Από τη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατέβαλλε συστηματικές προσπάθειες προκειμένου να διευκολυνθεί, εμπράκτως, η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού.

Η Νέα Δημοκρατία, ως αξιωματική αντιπολίτευση, κατέθεσε σχετική πρόταση νόμου, την οποία η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε επιμελώς να συζητήσει.

Και, τελικά, έπρεπε να γίνουν οι εκλογές και να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση της χώρας για να επιτευχθεί η απαιτούμενη διακομματική συναίνεση που επέτρεψε να υπερψηφιστεί από τη Βουλή ο νόμος του 2019.

Και θέλω στο σημείο αυτό να επισημάνω, επειδή ειπώθηκαν διάφορα από τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ότι ο νόμος του 2019 ήταν μεν προϊόν συμβιβασμού, ωστόσο η Νέα Δημοκρατία ουδέποτε εγκατέλειψε τη βασική της θέση, ότι οι Έλληνες του εξωτερικού πρέπει να ψηφίζουν στις εθνικές εκλογές ισότιμα, χωρίς διακρίσεις, εξαιρέσεις και περιορισμούς.

Η λύση που δόθηκε με τον νόμο του Δεκεμβρίου του 2019 δεν ήταν η ιδανική.  Ήταν όμως η μόνη ρεαλιστική από πολιτική άποψη. 

Ήταν ένα πρώτο, ουσιαστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. 

Και με αυτό το βήμα καταφέραμε να σπάσουμε επιτέλους τον κλοιό της αδράνειας και της απραξίας που περιέβαλλε επί σχεδόν μισό αιώνα το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων.

Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι το ενδιαφέρον της Νέας Δημοκρατίας για τους ομογενείς και τα εκλογικά τους δικαιώματα ούτε επικοινωνιακό είναι, ούτε ευκαιριακό, ούτε πρόσκαιρο. 

Εμείς δεν αντιμετωπίζουμε τους Έλληνες του εξωτερικού ως «δεξαμενή ψηφοφόρων», αλλά ως «δεξαμενή» συγκέντρωσης των δυνάμεων του οικουμενικού Ελληνισμού, οι οποίες, με την κατάλληλη αξιοποίηση, θα συμβάλλουν ακόμη πιο αποτελεσματικά στην προώθηση των εθνικών στόχων και στην προάσπιση των συμφερόντων της χώρας.  

Η ψήφιση του υπό συζήτηση νομοσχεδίου θα αποτελέσει ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα για την αναβάθμιση των σχέσεων της Ομογένειας με τη μητέρα πατρίδα.

Θα στείλει στους απανταχού Έλληνες ένα μήνυμα ενότητας και αξιοπιστίας.

Η ισότιμη συμμετοχή των αποδήμων στις εθνικές εκλογές δεν είναι απλώς μια πράξη συμβολισμού.

Είναι ζήτημα ύψιστης πολιτικής και εθνικής σημασίας.

Δυστυχώς, ούτε αυτό φαίνεται να αντιλαμβάνεται η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία, μέχρι στιγμής, παραμένει δέσμια της υποκρισίας, των ιδεοληψιών και των φοβικών συνδρόμων που χαρακτηρίζουν τη στάση της στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά και γενικότερα.

Γι’ αυτό, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις μας, αρνούνται να απαντήσουν στο απλό και ξεκάθαρο ερώτημα: Θέλουν να ψηφίζουν οι απόδημοι, ναι ή όχι;

Είναι φανερό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φοβάται την ψήφο των αποδήμων.

Φοβούνται ότι δεν θα τους ψηφίσουν.

Φοβούνται ότι η ισότιμη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού στις εκλογές θα απελευθερώσει δυνάμεις που δεν μπορούν να τις ελέγξουν —κάτι σαν εκείνους τους ανεξέλεγκτους αρμούς της εξουσίας, για τους οποίους είχε μιλήσει προ καιρού ο αρχηγός τους.  

Τον φόβο τους αυτόν νόμιζαν ότι θα τον κρύψουν πίσω από τον νόμο του 2019, που τον ψήφισαν τότε με τη λογική του «στρίβειν διά του αρραβώνος». 

Και σήμερα, που ήρθε η ώρα να πάρουν ξεκάθαρη θέση, αρχίζουν πάλι το κρυφτούλι, τα μισόλογα και τις παλινωδίες, προσπαθώντας με έωλα επιχειρήματα και μύριες όσες προφάσεις να αποφύγουν την αναμέτρηση με την αλήθεια.

Το φιάσκο με τις δηλώσεις της κυρίας Τζάκρη στον «Εθνικό Κήρυκα» αποκάλυψε τη διγλωσσία, τον καιροσκοπισμό και την ασυγχώρητη υποκρισία που χαρακτηρίζουν τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και σε τόσο σοβαρά ζητήματα, όπως είναι η συμμετοχή των ομογενών στις εκλογές.

Και ακριβώς αυτή η διγλωσσία και η υποκρισία ανέδειξαν τη σημερινή συνεδρίαση σε ιστορική.

Ιστορική, με πολιτικούς όρους.

Γιατί φάνηκε ποιοι θέλουν ένα ιδιότυπο απαρτχάιντ στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Ποιοι θέλουν πολίτες χωρίς ίσα δικαιώματα. Και μάλιστα στο κορυφαίο αυτών, όπως είναι το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές.

Και οι Έλληνες του εξωτερικού, οι απόδημοι αδερφοί μας, ξέρουν πλέον ποιοι θέλουν να τους διευκολύνουν και ποιοι τους δουλεύουν.  

Έχουμε όλοι μας πολιτική και ιστορική ευθύνη να στείλουμε ένα ισχυρό μήνυμα ενότητας και συμπόρευσης του Ελληνισμού για ένα καλύτερο αύριο για την πατρίδα μας.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας και οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στα εθνικά θέματα, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στην οικονομία και σε άλλα πεδία, απαιτούν εθνική συστράτευση,  όχι άγονες αντιπαραθέσεις και διχασμούς.  

Και στη συστράτευση αυτή πρέπει να δώσουν το «παρών» και οι Έλληνες του εξωτερικού, ιδίως η νέα γενιά που ξενιτεύτηκε τα τελευταία χρόνια, η οποία πρέπει να συμμετέχει, με την ψήφο της, στις αποφάσεις που θα καθορίσουν τις τύχες της χώρας.

Η Ελλάδα μπαίνει στον τρίτο αιώνα ζωής της ως ελεύθερο κράτος.

Και αλλάζει.

Ο οικουμενικός Ελληνισμός μπορεί και κοιτάζει το μέλλον με αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια.

Η ψήφος των αποδήμων είναι ψήφος ελπίδας και εμπιστοσύνης στη δύναμή του, έτσι ώστε όλοι μαζί, οι Έλληνες από κάθε γωνιά του πλανήτη, να χαράξουμε φωτεινή πορεία στο μέλλον. Σας ευχαριστώ.»