Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
17/3/2010

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ κ. Γ. ΡΑΓΚΟΥΣΗ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ "ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ - ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ"


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ 

τηλ 210-3393537

fax  210-3393530  210-3636429

e-mail: press­­_office_ypes@ypes.gov.gr

 

 

Αθήνα, 17 Μαρτίου 2009

 

 

Ομιλία Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, κ. Γ. Ραγκούση, στη Βουλή κατά τη συζήτηση για το σχέδιο νόμου «Σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων με αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια – Σύσταση Ειδικού Συμβουλίου Επιλογής Προϊσταμένων (ΕΙ.Σ.Ε.Π.) και λοιπές διατάξεις».

 

 

Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι –φάνηκε από όλες τις τοποθετήσεις- ότι σήμερα το ελληνικό Κοινοβούλιο είναι ενώπιον μιας πολύ σημαντικής απόφασης για ένα πολύ σημαντικό, πολύ κρίσιμο θέμα για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Χωρίς καμία αμφιβολία είναι πολύ καθαρό πλέον στο μυαλό των Ελλήνων ότι αυτό το οποίο ζει η χώρα σήμερα, αυτή η μεγάλη δημοσιονομική κρίση, αυτή η πάρα πολύ δυσάρεστη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στον τόπο με πολύ σημαντικές δυσάρεστες επιπτώσεις στη ζωή των Ελλήνων πολιτών, συνδέεται άρρηκτα με την κατάσταση του κρατικού τομέα, με την κατάσταση του κράτους, με την κατάσταση της κρατικής μηχανής.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα μπορεί να περιγραφεί στα βασικά του σημεία μέσα από δύο απλές αναφορές. Κάνω μία παρέκβαση σ’ αυτό το σημείο, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, να πω ότι υπάρχουν ορισμένα νομοσχέδια, υπάρχουν ορισμένες στιγμές, υπάρχουν ορισμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες που τα πολλά λόγια δεν βοηθούν. Απεναντίας επιτρέπουν να χαθεί το κεντρικό μήνυμα και το κεντρικό νόημα μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας που, όπως έχει ισχυριστεί και ο εισηγητής μας, ισχυρίζεται και η Κυβέρνηση στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, έχει μία πολύ μεγάλη σημασία για το παρόν και το μέλλον συνολικά του τόπου.
Αυτό, λοιπόν, που συμβαίνει σήμερα στη Δημόσια Διοίκηση μπορεί να περιγραφεί πάρα πολύ γλαφυρά μέσα από δύο βασικά δεδομένα:
Το πρώτο είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία –όταν λέω συντριπτική πλειοψηφία εννοώ σε ποσοστά, σε επίπεδα άνω του 90%- των στελεχών που σήμερα πλαισιώνουν ιεραρχικές θέσεις ευθύνης μέσα στο δημόσιο τομέα, θέσεις Γενικών Διευθυντών, θέσεις Διευθυντών, θέσεις Τμηματαρχών, Προϊσταμένων Τμημάτων έχουν επιλεγεί μέσα από απολύτως αναξιοκρατικές και μη αντικειμενικές διαδικασίες. Είναι πολύ προσεκτικά διατυπωμένη η φράση αυτή γιατί θέλει να περιφρουρήσει εκείνο το μέρος εκείνων των στελεχών που, αν οι διαδικασίες δεν ήταν αναξιοκρατικές και ήταν αντικειμενικές, θα μπορούσαν και πάλι να κατέχουν θέσεις ευθύνης. Άρα, το πρόβλημα είναι στο σύστημα, το πρόβλημα είναι στις διαδικασίες με τις οποίες έχουν αυτοί όλοι επιλεγεί.
Αυτές, τί διαδικασίες ήταν; Ήταν οι εξής σύνθετες, οι εξής περίτεχνες, οι εξής πολυεπίπεδες: Όποιον ήθελε ο Υπουργός, όποιον ήθελε κατά βάθος πίσω από τον Υπουργό το όποιο σύστημα μικροσυμφερόντων βρίσκονταν πίσω από αυτόν –κομματικών ή παραταξιακών ή και προσωπικών πολλές φορές- αυτός και αναλάμβανε μία θέση Γενικού Διευθυντή ή Διευθυντή ή Προϊσταμένου Τμήματος. Αυτό είναι που ισχύει σήμερα στη Δημόσια Διοίκηση. Εννιά στους δέκα και πλέον από εννιά στους δέκα, έτσι έχουν επιλεγεί. Αυτό, όπως είναι ανθρώπινο, όπως είναι φυσιολογικό, όπως είναι απλό, πού έχει οδηγήσει τα πράγματα; Έχει οδηγήσει στο απόλυτο τέλμα. Έχει οδηγήσει σε μία κατάσταση που επιτρέπει σε όποιον καλοπροαίρετο να λέει ότι είναι να απορείς πως ακόμη και σήμερα υπάρχει και δουλεύει η κρατική μηχανή. Γιατί βεβαίως, όταν το κεντρικό στοιχείο εξέλιξης-μηχανικής του συστήματος είναι ότι, αν έχω κολλητό τον Υπουργό, αν είμαι κολλητός του συστήματος το οποίο δίδει στον Υπουργό τις επιλογές –οδηγεί τον Υπουργό να τοποθετεί τον άλφα ή τον βήτα- τότε έχω μέλλον, άρα, για ποιο πράγμα πρέπει να προσπαθήσω; Πρέπει να προσπαθήσω για να αποδώσω καλύτερα στη δουλειά μου; Πρέπει να προσπαθήσω για να δουλέψει το Τμήμα μου καλύτερα, η Διεύθυνσή μου καλύτερα, η Γενική μου Διεύθυνση καλύτερα, το Υπουργείο μου καλύτερα;
Πρέπει να προσπαθήσω για να εξυπηρετηθεί καλύτερα ο πολίτης; Βεβαίως και όχι, γιατί δεν έχει κανένα νόημα. Διότι τίποτα και αν κάνω σε αυτά τα επίπεδα δουλειάς της Δημόσιας Διοίκησης, δεν πρόκειται να επηρεάσει το αν θα γίνω γενικός διευθυντής σήμερα, διευθυντής ή τμηματάρχης, γιατί αυτό από το οποίο εξαρτώνται όλα σήμερα - μέχρι χθες για να ακριβολογώ- είναι να θέλει ο Υπουργός να με αναδείξει.
Αυτό, λοιπόν, για τη μειοψηφία. Η πλειοψηφία σου λέει: Γιατί να δουλέψω εγώ; Γιατί να εργαστώ; Γιατί να κοπιάσω; Γιατί να αγχωθώ; Γιατί να βάλω τον εαυτό μου να ενταχθεί δημιουργικά σε μία προσπάθεια, να σκεφτώ, να κατεβάσω ιδέες, να γεννήσω καινοτόμες πρωτοβουλίες, αφού δεν έχω καμία τύχη; Διότι ούτε κολλητός του Υπουργού είμαι, ούτε κολλητός της συνδικαλιστικής παράταξης, ούτε κολλητός του κόμματος που κυβερνάει, άρα δεν έχω κανένα απολύτως κίνητρο για να αποδώσω τα μέγιστα που μπορώ.
Κι όταν αυτό, όπως καταλαβαίνετε, αγαπητοί και αγαπητές συνάδελφοι, απλώνεται σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της Δημόσιας Διοίκησης, τότε οδηγείσαι στο πολύ εύλογο ρητορικό ερώτημα: Απορώ πώς ακόμη υπάρχει αυτό που λέμε Δημόσια Διοίκηση, κρατικός μηχανισμός; Γιατί, μπορεί να χρησιμοποιούμε ορολογίες τύπου κράτος, θεσμοί, κρατική διοίκηση, Δημόσια Διοίκηση, δημόσια σύστημα, στην πραγματικότητα, όμως, για ανθρώπους μιλάμε. Στην πραγματικότητα μιλάμε για περίπου εξακόσιες με εφτακόσιες χιλιάδες ανθρώπους. Τα στοιχεία έχουν κατ’ επανάληψη δοθεί μετά από ερωτήσεις συναδέλφων της αντιπολίτευσης ή και της συμπολίτευσης.
Και αυτό είναι που εννοούμε όταν μιλούμε για κράτος. Το κράτος δεν είναι ούτε κάτι απρόσωπο, ούτε τα κτίρια μόνο, ούτε βεβαίως, οι υποδομές. Το κράτος είναι πρώτα, πάνω απ’ όλα και σε τελική ανάλυση οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που σήμερα έχουν για δεκαετίες αποφασίσει να συνδέσουν το παρόν και το μέλλον της προσωπικής τους ζωής με αυτό το σύστημα, δεν έχουν κανένα λόγο μέχρι σήμερα να αποδώσουν τα μέγιστα, να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, να νοιαστούν για αυτό, το οποίο υπηρετούν. Δεν έχουν κανένα λόγο, δεν έχουν κανένα κίνητρο πολύ περισσότερο να εξυπηρετήσουν τον πολίτη, διότι τίποτα και αν κάνουν – ξαναλέω – δεν επηρεάζει το αν και κατά πόσο αύριο θα βρεθούν, θα βρίσκονταν – για να χρησιμοποιούμε τον σωστό χρόνο –  σε θέση γενικού διευθυντή, διευθυντή ή τμηματάρχη.
Αυτή, λοιπόν, αγαπητοί και αγαπητές συνάδελφοι, είναι η πραγματικότητα σήμερα στη Δημόσια Διοίκηση, μια πραγματικότητα που δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει. Είναι αντικειμενικά τα γεγονότα. Δεν είναι γιατί έτσι θέλουμε να τα εμφανίζουμε. Άρα, εδώ η Κυβέρνηση, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία ήταν ενώπιον ενός –κατά τη προσωπική μου γνώμη- κρίσιμου και ιστορικού διλήμματος. Και το κρίσιμο και ιστορικό δίλημμα ήταν: Θα αλλάξει για πρώτη φορά στην ιστορία της Δημόσιας Διοίκησης αυτό το κεντρικό σημείο, το σημείο «πυρήνας», στη λογική κίνησης του όλου συστήματος ή θα συνεχιστεί μία πορεία, η οποία έχει οδηγήσει, εδώ που έχει οδηγήσει, την κρατική μηχανή, κατ’ επέκταση το δημόσιο τομέα, κατ’ επέκταση τα δημοσιονομικά της χώρας, κατ’ επέκταση την ίδια τη χώρα δηλαδή, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και του γκρεμού;
Η Κυβέρνηση πήρε μία απόφαση από το 2009 και η απόφασή της ήταν στο σκέλος «είσοδος στη Δημόσια Διοίκηση» να αλλάξουν οριστικά, αμετάκλητα και απόλυτα τα δεδομένα, να μην μπορεί κανείς να έρθει να εισαχθεί, να προσληφθεί στη Δημόσια Διοίκηση, με οποιαδήποτε μορφής σύμβασης, αορίστου, μόνιμου, εκτάκτου προσωπικού, έργου, σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς αντικειμενικές διαδικασίες, όπως αυτές προσδιορίζονται από τη λειτουργία του Α.Σ.Ε.Π., του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού.
Τώρα, λοιπόν, η Κυβέρνηση, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, απαντώντας στο δίλημμα που σας προανέφερα, πήρε μία –κατά τη γνώμη μας- ιστορική απόφαση. Και η ιστορική απόφαση που πήρε η Κυβέρνηση δεν είναι μια απλή απόφαση, γιατί αφορά την καρδιά κίνησης της Δημόσιας Διοίκησης, γιατί είναι μία απόφαση που έχει όλα τα στοιχεία που μπορούν να θέσουν σε κίνηση, να βάλουν μπρος το κράτος. Γιατί; Γιατί ακουμπούν αυτό το κρίσιμο στοιχείο του να έχει κίνητρο, να έχει ευγενή φιλοδοξία το κάθε στέλεχος, ο κάθε άνθρωπος, ο κάθε δημόσιος υπάλληλος που υπηρετεί τη Δημόσια Διοίκηση να βελτιώνει τον εαυτό του, να εργάζεται συνειδητά, να εργάζεται με συστηματικότητα, να έχει στο μυαλό του την εξυπηρέτηση του πολίτη, να έχει στο μυαλό του τη βελτίωση της επίδοσης και της δικής του, αλλά και του τμήματος και της διεύθυνσης και της γενικής διεύθυνσης και του υπουργείου, άρα και του κράτους στο σύνολο, το οποίο υπηρετεί.
Και αυτή είναι η βασική, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, σκοπιμότητα που υπηρετεί το παρόν νομοσχέδιο. Και νομίζω ότι να επιχειρηματολογεί κανείς είναι περιττό για τη στεγανότητα και αντικειμενικότητα του συστήματος, από τη στιγμή που μετά την ολοκλήρωση όλων των τοποθετήσεων επί της αρχής, δεν προέκυψε ούτε μία απολύτως παρατήρηση από οποιονδήποτε συνάδελφο, σύμφωνα με την οποία να διαπιστώνεται «παραθυράκι» και πάλι στις επιλογές και τις διαδικασίες αξιολόγησης των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης. Δεν έχουμε αφήσει ανοιχτό το παραμικρό «παράθυρο», είτε αναφέρομαι στο πάγιο σύστημα, είτε αναφέρομαι στο μεταβατικό.
Όσον αφορά το πάγιο σύστημα, καθιερώνουμε μία απολύτως αξιοκρατική και αντικειμενική διαδικασία που «πιάνει» την ουσία και την αξία κάθε υπαλλήλου. Δεν στέκεται στο επιφαινόμενο, δεν στέκεται μόνο στα τυπικά προσόντα, αλλά προχωρά και κατά βάθος στην ουσία και στην πραγματική αξία κάθε στελέχους, κάθε υπαλλήλου, δίνοντάς του την πραγματική προοπτική να κριθεί για τα πραγματικά του, τα ουσιαστικά του, μαζί με τα τυπικά του προσόντα.
Έχουμε χωρίσει την αξιολόγηση σε τρία μέρη. Είναι πρώτον, η μοριοδότηση των αντικειμενικών προσόντων, όπως αυτά προκύπτουν από τους τίτλους σπουδών, από την πορεία του στη Δημόσια Διοίκηση κ.ο.κ. Και αυτά τα μόρια ισχύουν ισοδύναμα για όλους τους υποψηφίους όποιας θέσης. Δεν υπάρχουν υποψήφιοι που με άλλο τρόπο βαθμολογούνται για το βαθμό του πτυχίου ή για την κατοχή μεταπτυχιακών σπουδών ή για τα χρόνια, τα οποία βρίσκονται μέσα στη Δημόσια Διοίκηση. Με τον ίδιο και ενιαίο αντικειμενικό τρόπο βαθμολογούνται όλοι, όσοι αποφασίσουν κάποια στιγμή να διεκδικήσουν μία θέση γενικού διευθυντή, διευθυντή ή τμηματάρχη.
Εδώ κάνω μία παρέκβαση να πω ότι όταν θα έρθει η ώρα κάποιος να διεκδικήσει να γίνει γενικός διευθυντής, θα μπορεί αυτή του διεκδίκηση να την απευθύνει σε πάρα πολλές θέσεις γενικών διευθυντών και όχι μόνο σε αυτές που ανήκουν στο υπουργείο ή στην υπηρεσία, την οποία υπηρετεί, στον φορέα, τον οποίο εργάζεται.
Πρώτο, λοιπόν, κομμάτι είναι τα αντικειμενικά κριτήρια. Δεύτερο κομμάτι είναι η γραπτή εξέταση, που για πρώτη φορά εισάγεται στη λογική και τα πρότυπα της γραπτής εξέτασης που πραγματοποιεί το Α.Σ.Ε.Π., το οποίο δέχθηκε να αναλάβει και αυτήν την γραπτή εξέταση. Είναι μία διαδικασία απολύτως και αυτή διάφανη, αντικειμενική, όπου θα εξετάζεται ο κάθε υποψήφιος, σύμφωνα με τα τεστ δεξιοτήτων, τα οποία θα οργανώνονται στη λογική των πολλαπλών επιλογών.
Τρίτη μεγάλη περιοχή, από την οποία θα προκύπτει αξιολόγηση όλων αυτών των υποψήφιων διευθυντών και γενικών διευθυντών, θα είναι η συνέντευξη. Θα είναι, όμως, μία νέου τύπου συνέντευξη, μια τελείως διάφανη, αντικειμενική, στιβαρή, αξιόπιστη διαδικασία, η οποία θα πραγματοποιείται -όπως ξέρετε ήδη όλοι- ενώπιον όλων των υποψηφίων. Είναι μια πολύ μεγάλη καινοτομία, η οποία θα απαλλάξει και θα αποβάλει από το μυαλό κάθε υποψηφίου το φόβο ότι εκεί κάτι μπορεί να «παίζεται», να συμβαίνει, όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος. Και γι’ αυτό είχαμε –και είναι καταγεγραμμένα στα Πρακτικά- όλα τα περιστατικά που οδήγησαν στην αποχώρηση των εκπροσώπων της Α.Δ.Ε.Δ.Υ από το Ειδικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο, όταν βρέθηκαν μπροστά σε φαινόμενα αδίστακτης κακομεταχείρισης κάθε έννοιας δίκαιης και ισότιμης μεταχείρισης υποψηφίων. Θα είναι μία συνέντευξη, λοιπόν, που και θα δίνει τη δυνατότητα σε όλους να παρευρίσκονται, θα είναι δομημένη και θα δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματα της βαθμολόγησης κάθε υποψηφίου και όλα αυτά, βεβαίως, με την υποχρέωση να τεκμηριώνονται.
Σε όλα αυτά θα προστίθενται εν ευθέτω χρόνω και οι υπηρεσιακές αξιολογήσεις από τέτοιους γενικούς διευθυντές και διευθυντές, οι οποίες, επίσης, θα παίζουν ένα βάρος κι έναν ιδιαίτερο ρόλο για την πραγματική και ουσιαστική αξιολόγηση του υποψηφίου.
Στο μεταβατικό στάδιο, γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι ειδικά τα τελευταία χρόνια είχε γίνει στην πραγματικότητα το πάγιο σύστημα. Ορίζαμε κάποιες μεταβατικές διατάξεις. Λέγαμε θα πάμε σ’ αυτό το πάγιο σύστημα, αλλά μεταβατικά πάμε σ’ αυτό, το οποίο μπορούμε να κάνουμε τις επιλογές με άλλα κριτήρια, πλην των αντικειμενικών δηλαδή, με μεροληπτικό τρόπο τις περισσότερες φορές, κομματικό ή και προσωπικό –ξαναλέω- από πλευράς υπουργών.
Στις μεταβατικές διατάξεις, για πρώτη φορά, θεσμοθετείται μία απολύτως αντικειμενική διαδικασία, η οποία δίνει αποκλειστικότητα στη χρησιμοποίηση των μορίων επί των αντικειμενικών προσόντων που ο κάθε υποψήφιος διαθέτει, ώστε και πάλι κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου -που δεν πιστεύουμε σε καμία περίπτωση ότι θα απαιτήσει περισσότερο από λίγους μήνες, από την ώρα που το σύστημα θα τεθεί σε εφαρμογή- θα δώσει για πρώτη φορά με αντικειμενικό τρόπο τη δυνατότητα να υπηρετήσουν προσωρινά γενικοί διευθυντές, διευθυντές και τμηματάρχες στη Δημόσια Διοίκηση.
Κανένα απολύτως περιθώριο να υπάρξουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Κανένα περιθώριο να υπάρξει μεροληψία, κανένα περιθώριο να υπάρξει διάκριση σε βάρος υπαλλήλων, ανάλογα με το αν είναι αρεστοί ή δεν είναι αρεστοί, ανάλογα με το ποιες είναι οι προτιμήσεις τους οι προσωπικές, οι πολιτικές, οι κομματικές, οι φιλοσοφικές.
Τι θα πετύχουμε με όλα αυτά; Θα πετύχουμε -και αυτό θα σηματοδοτήσει η απόφαση της Βουλής- να βάλουμε ένα τέλος στο κομματικό κράτος και να αναδείξουμε υπαλλήλους, να αναδείξουμε στελέχη, να αναδείξουμε Γενικούς Διευθυντές, Διευθυντές και Προϊσταμένους Τμημάτων που, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, δεν θα χρωστούν σε κανένα, κατά το γνωστό και δημοφιλές για τον Πρωθυπουργό προσωπικό του ρητό. Θα είναι στελέχη τα οποία θα ξέρουν ότι αύριο το πρωί έχουν επιλεγεί όχι γιατί ήταν αρεστοί του Ραγκούση και του κάθε Ραγκούση. Θα είναι Γενικοί Διευθυντές, Διευθυντές και Τμηματάρχες οι οποίοι θα γνωρίζουν ότι αυτό το οποίο η πολιτεία τους ανέθεσε, τους το ανέθεσε, γιατί προσμέτρησε με έναν απολύτως αντικειμενικό και διάφανο τρόπο τα δικά τους προσωπικά, τα δικά τους υποκειμενικά προσόντα και όχι γιατί έτυχαν μιας εύνοιας, είτε του προσώπου, είτε -ξαναλέω- του συνδικαλιστικού φορέα, είτε του Κόμματος, είτε οποιασδήποτε ομάδας πίεσης μπορεί κανείς να διανοηθεί.
Αυτό είναι τεράστια εξέλιξη. Είναι, κατά τη γνώμη μας, τεράστια ισχύς που δίνεται στον κινητήρα της δημόσιας διοίκησης, γιατί τώρα θα έχουμε στελέχη τα οποία θα γνωρίζουν ότι δεν χρωστούν σε κανένα παρά μόνο στον εαυτό τους και το κυριότερο, ότι από εδώ και πέρα θα γνωρίζουν ότι για να διατηρήσουν αυτό που απόκτησαν ή και για να το βελτιώσουν, να εξελιχθούν ακόμη περισσότερο, ένας δρόμος υπάρχει, να βελτιώσουν τον εαυτό τους, τις επιδόσεις τους, την προσφορά τους στην υπηρεσία τους, άρα, την προσφορά τους στον Έλληνα πολίτη. Εξ ου και η συμμετοχή και η συμβολική και η ουσιαστική του Συνηγόρου του Πολίτη, που -σε συνεννόηση, βεβαίως, όπως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, με τον ίδιο τον Συνήγορο του Πολίτη- θεσπίζεται το Ειδικό Συμβούλιο Επιλογής Προϊσταμένων, το γνωστό πλέον ΕΙ.Σ.Ε.Π. το οποίο και καθιερώνει την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία και συμβολίζει την αντικειμενικότητα και την αξιοκρατία πλέον μέσα στο δημόσιο. Αυτή, λοιπόν, θα είναι η πραγματικότητα για πρώτη φορά για χιλιάδες στελέχη στη δημόσια διοίκηση.
Περιττό να κάνω μια παρέκβαση, να ενημερώσω τους αγαπητούς και τις αγαπητές συναδέλφους και για ένα άλλο δεδομένο. Δεν μιλάμε για δέκα και είκοσι ανθρώπους. Οι Γενικοί Διευθυντές στο ελληνικό δημόσιο είναι αυτή τη στιγμή, αν θυμάμαι καλά τον αριθμό, τριακόσιοι εβδομήντα τρεις, οι Διευθυντές είναι πάνω από πέντε χιλιάδες, οι δε Προϊστάμενοι Τμημάτων δεκάδες χιλιάδες. Άρα, μιλάμε για ένα φοβερό και αριθμητικά δυναμικό, το οποίο μέχρι τώρα λειτουργούσε με τα χαρακτηριστικά της λιμνάζουσας δύναμης, άρα, της αδυναμίας, στην πραγματικότητα και τώρα αυτό το δυναμικό το πυροδοτούμε και του δίνουμε το κίνητρο, αλλά και το πραγματικό νόημα, να πάρει πάνω του την υπόθεση «εξυγίανση, μεταρρύθμιση, αλλαγή, εκσυγχρονισμό και δυναμική του ελληνικού κράτους» σε αυτή τη κρίσιμη στιγμή για την Ελλάδα, για την ελληνική οικονομία, η οποία πραγματικά δίνει μία μάχη επιβίωσης όλο αυτό το διάστημα μέσα από τον αγώνα που κάνει ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση για να κρατήσει την Ελλάδα όρθια.
Άρα, λοιπόν, τελειώνοντας, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, η Κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική Πλειοψηφία θεωρεί ότι σήμερα η Βουλή κάνει ένα πολύ μεγάλο βήμα, ένα πραγματικά καθοριστικό βήμα, για το οποίο θα σας πω, επίσης και κάτι ακόμα. Βεβαίως και δεν είναι το μοναδικό και βεβαίως, δεν αρκεί. Βεβαίως, η δημόσια διοίκηση έχει πολύ δρόμο μπροστά της για να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που θέλουμε όλοι να αποκτήσει ή που πολύ περισσότερο έχουν απαιτήσει από μας οι Έλληνες πολίτες, που με την εμπιστοσύνη και την ψήφο τους, στις 4 Οκτωβρίου, ανέδειξαν το Γιώργο Παπανδρέου Πρωθυπουργό και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του έδωσε την κοινοβουλευτική Πλειοψηφία.
Όμως, θέλω με κατηγορηματικό τρόπο να υπογραμμίσω ότι, αν δεν κάναμε και αυτή την αλλαγή, όπως αν δεν είχαμε κάνει και την αλλαγή με την απόλυτη αξιοκρατία στον τρόπο πρόσληψης στο δημόσιο, δεν είχε νόημα καμία περαιτέρω προσπάθεια στη δημόσια διοίκηση. Αν και σήμερα η δική μας η Κυβέρνηση παραβίαζε τις πολύ κρίσιμες και κεντρικές υποσχέσεις που και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κατ’ επανάληψη είχε δώσει προεκλογικά και πήγαινε σε ένα σύστημα επιλογής Προϊσταμένων μεροληπτικό, κομματικό, αναξιοκρατικό, δεν είχε νόημα καμία περαιτέρω προσπάθεια, να είστε απολύτως βέβαιες και απολύτως βέβαιοι, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, κανένα νόημα, θα ματαιοπονούσαμε.
Η δημόσια διοίκηση, αν σήμερα δεν προχωρούσαμε στη θέσπιση αυτού του νομοσχεδίου, δεν υπήρχε καμία απολύτως πιθανότητα να πάρει μπρος, ό,τι και αν κάναμε, σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα, συγχωνεύσεις, αλλαγή των Πειθαρχικών, που όλα αυτά που θα κάνουμε κ.ο.κ. Διότι θα είχαμε χάσει την πιο κρίσιμη μάχη, που είναι η μάχη επιβίωσης, είναι η μάχη ύπαρξης. Είναι υπαρξιακή αυτή η μάχη που δίνουμε σε ό,τι αφορά τις αλλαγές που επιφέρει αυτό το νομοσχέδιο για την ίδια τη δημόσια διοίκηση και τον κρατικό μηχανισμό.
Και τώρα μια κουβέντα, γιατί είναι -επιτρέψτε μου- και μία προσωπική ανάγκη. Ειλικρινά, θα μείνει και από το νομοσχέδιο για τις προσλήψεις και από αυτό εδώ το νομοσχέδιο ένα πολύ μεγάλο ιστορικό, κατά τη γνώμη μου, ερωτηματικό για τη στάση της Αντιπολίτευσης, όλης της Αντιπολίτευσης και Μείζονος και Ελάσσονος, γιατί αυτά τα νομοσχέδια ή έχει κανείς τη δυνατότητα να αποδείξει ότι είναι νομοσχέδια που κατ’ επίφαση είναι αξιοκρατικά, αλλά να ένα, δύο, τρία, τέσσερα παράθυρα, οπότε τότε δικαιολογείται να μη συμμετέχει στην ανάληψη της πολιτικής ευθύνης που συνεπάγεται η ψήφισή τους ή δεν έχει τη δυνατότητα, όπως η Αντιπολίτευση δεν είχε τη δυνατότητα ούτε μέσα στην Επιτροπή ούτε μέσα στην Ολομέλεια να αποδείξει ότι υπάρχουν παράθυρα, οπότε τότε γεννάται το μείζον πολιτικό και ιστορικό ερωτηματικό για τη στάση της, την αρνητική στάση της απέναντι σε τέτοια νομοσχέδια, τα οποία δεν είναι νομοσχέδια τα οποία δίνουν κανένα προβάδισμα σε καμία πολιτική ή κομματική ομάδα.
Περιττό να σας πω ότι και στο δικό μας το χώρο, βεβαίως, υπήρχαν διαφορετικές ταχύτητες -ιδίως μέσα στους εργαζόμενους και στο συνδικαλιστικό χώρο- αποδοχής αυτής της τομής. Υπήρχαν άλλοι που ήταν έτοιμοι, κατανοούσαν απόλυτα ότι είναι πια μονόδρομος και για λόγους αξιοπιστίας, αλλά και για λόγους συμφέροντος του τόπου και του έθνους. Υπήρχαν, όμως και περιοχές μέσα στις δικές μας τις δυνάμεις που δυσκολεύτηκαν να κατανοήσουν, γιατί κινούνταν με την κεκτημένη ταχύτητα, ότι τώρα που ήρθε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Κυβέρνηση, μα πώς, δεν είναι αυτονόητο ότι θα με κάνει; Όχι, δεν είναι αυτονόητο και δεν σε κάνει, κύριε Ραγκούση, γιατί πρέπει, έχει δεσμευτεί, το οφείλει στον τόπο, το οφείλει πολύ περισσότερο στις νέες γενιές να επιφέρει επιτέλους μία ιστορική αλλαγή.
Όμως, η Αντιπολίτευση που δεν έχει καμία δικαιολογία να μην κατανοεί το περιεχόμενο και τις διατάξεις αυτού του νομοσχεδίου, κατά τη γνώμη μου, αναλαμβάνει μεγάλη πολιτική και ιστορική ευθύνη που καταψηφίζει ένα τέτοιο νομοσχέδιο. Είναι αλήθεια ότι αυτό θα μπορούσε να το θεωρήσει κανείς και ένα πολιτικό δώρο και μην έχετε καμία αμφιβολία ότι δεν θα σταματήσουμε μέχρι να ακούσουμε δημόσια αυτοκριτική για την καταψήφιση και αυτού του νομοσχεδίου και του νομοσχεδίου για τις προσλήψεις, εμείς ρητορικά να ερχόμαστε και να επανερχόμαστε σ' αυτό τον ισχυρισμό, ότι είναι μεγάλη ευθύνη της Αντιπολίτευσης που καταψηφίζει τέτοια νομοσχέδια. Διότι πριν από εκατό χρόνια, το 1911, τότε, όπως ξέρετε πολύ περισσότερο αρκετοί από μένα καλύτερα την ιστορική εκείνη περίοδο, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί καταπιάνεστε με τα συνταγματικά θέματα, η Ελλάδα πήρε την ιστορική απόφαση να προστατεύσει από τις απολύσεις τους δημοσίους υπαλλήλους: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1911, όταν τότε καταργήθηκε η πλατεία Κλαυθμώνος.
Ένας αιώνας έπρεπε να περάσει, ώστε ο Γιώργος Παπανδρέου και η κοινοβουλευτική Πλειοψηφία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να πάρουν μία ακόμα ιστορική απόφαση και να πουν τέλος στις απολύσεις, ουσιαστικά, των Γενικών Διευθυντών ανάλογα με τα κομματικά τους κριτήρια. Ε, δεν μπορεί σε αυτή τη μεγάλη ιστορική στιγμή για τη δημόσια διοίκηση, για το κράτος, άρα και για τον τόπο, να μην υπάρχει μια ομόφωνη και ομόθυμη συμπαράσταση σε αυτή τη μεγάλη τομή που εμείς και υποσχεθήκαμε στον ελληνικό λαό και σήμερα, χάρη στην πολιτική βούληση της κοινοβουλευτικής μας Πλειοψηφίας, την κάνουμε πράξη.


Σας ευχαριστώ πολύ.