Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
3/4/2012

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ. ΤΑΣΟΥ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ ΣΕ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΑΝ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ & ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΕΛΙΑΜΕΠ), ΤΟ ΙΟΒΕ, Η KANTOR, Η ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΕΛΛΑΣ


Αθήνα, 3 Απριλίου 2012



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Ομιλία Υπουργού Εσωτερικών κ. Τάσου Γιαννίτση με θέμα: «Για ένα αποτελεσματικό Κράτος. Ελλάδα :Μεταρρυθμίσεις, Ρήξεις, Τομές», σε εκδήλωση που διοργάνωσαν, το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), το ΙΟΒΕ, η Kantor, η Κίνηση Πολιτών για μια Ανοιχτή Κοινωνία και η Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς.




«Το Κράτος με το οποίο φτάσαμε μέχρι εδώ δεν είναι απλά αναποτελεσματικό. Το Κράτος μας απέτυχε. Αναποτελεσματικό μπορεί να είναι ένα Κράτος που δεν επιτελεί με επιτυχία τους σκοπούς του, που δεν παράγει ικανοποιητικά αποτελέσματα π.χ. στην εκπαίδευση, την υγεία, την εξυπηρέτηση του πολίτη, τη δικαιοσύνη κ.α. όμως, τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με θεμελιακές ανατροπές και όχι με συνήθεις αναποτελεσματικότητες. Όταν από το 2009 μέχρι σήμερα η χώρα έχει χάσει το 15% του Εθνικού της Εισοδήματος, οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 600 χιλ. άτομα σε τρία χρόνια, τα εισοδήματα πολλών υποχώρησαν κατά 30%, 40% ή και περισσότερο, οι επενδύσεις που θα ήσαν ο μοχλός μιας μελλοντικής ανάπτυξής μας έχουν υποχωρήσει κατά 40% η φτώχεια εκτινάχθηκε ραγδαία, και εξαρτιόμαστε πάντα από νέα δάνεια, είναι ηρωικό και ειρωνικό να μιλήσουμε για αναποτελεσματικότητα. Ζούμε κάτι πολύ πιο θεμελιακό και το κόστος ανατροπής του ήδη είναι τεράστιο.

Η κατάρρευση αυτή της οικονομίας σηματοδοτεί μια συστημική αποτυχία στην μεταπολεμική πορεία μας ευρύτερα. Σίγουρα η περίοδος των τελευταίων ετών έχει ιδιαίτερο βάρος για το που είμαστε σήμερα, όμως δεν θα σταθώ τώρα σε αυτό. Το κοινωνικό-πολιτικό σύστημά μας, με διαφορετική μορφή και για διαφορετικούς λόγους, έφτασε στη διάρκεια των 60 περίπου ετών μεταπολεμικής ιστορίας μας σε τρία σημεία-καμπές. Το πρώτο είναι το πολιτικό αδιέξοδο που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του 1960 και οδήγησε στη δικτατορία του 1967-74. Το δεύτερο χρονικό σημείο είναι τα γεγονότα του 1974, που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο και σε μια νέα τάξη πραγμάτων. Το τρίτο χρονικό σημείο αφορά την σημερινή οικονομική κατάσταση. Θα μπορούσα να προσθέσω και μια τέταρτη, τον εμφύλιο σπαραγμό μας, που επίσης και πολύ πιο έντονα κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Από μια μακροσκοπική ιστορική σκοπιά, το μήνυμα είναι κοινό: κάθε λίγα χρόνια, σε όλη αυτή την μακρά περίοδο βρεθήκαμε σε αδιέξοδο, αυτοπαγιδευτήκαμε, οδηγηθήκαμε σε μια μορφή κατάρρευσης. Ερμηνείες μπορούμε να δώσουμε πολλές, όμως το αποτέλεσμα κάθε φορά ήταν ένα.

Οι διαδοχικές αυτές αποτυχίες δεν ήσαν ούτε ασύνδετες μεταξύ τους, ούτε αποτυχίες μόνο του πολιτικού συστήματος. Ο κοινός παρονομαστής τους είναι η εκ των υστέρων διαπίστωση, ότι οι δομές οργάνωσης, λειτουργίας, εξέλιξης και η δυναμική του μοντέλου κάθε περιόδου δεν ήταν βιώσιμες, παγιδεύτηκαν σε βραχυχρόνιες λογικές, και, ανεξάρτητα από μερικότερες αποκλίσεις, ακολουθούσαν μια σπειροειδή πορεία προς το αδιέξοδο. Η σταθερή πορεία προς κρίσεις διαφόρου μορφής σε τόσο μακρύ χρονικό διάστημα υποδηλώνει ότι η ιστορική κίνηση των δεκαετιών αυτών κάνει αναγκαία την αναζήτηση ερμηνειών που αφορούν όχι μόνο το Κράτος, αλλά το συνολικό τρόπο λειτουργίας μας, τις εθνικές μας προτεραιότητες, την αντίληψή μας για την πραγματικότητα.

Αν σήμερα θέλουμε να δούμε χωρίς ωραιοποιήσεις την κατάστασή μας πρέπει συνεπώς να μιλήσουμε για αποτυχημένο και όχι απλώς για αναποτελεσματικό Κράτος. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δούμε το πολύ θεμελιακό αυτό πρόβλημα με διαφορετικούς όρους. Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι το Κράτος είναι ένας θεσμός. Πίσω από το θεσμό όμως βρίσκονται άνθρωποι, ιδεολογίες, πρακτικές, και πολιτικές ηθικές. Σημασία έχει συνεπώς σε τι αποτελέσματα οδηγεί ο θεσμός.

Μια συζήτηση όπως η σημερινή πριν λίγα χρόνια θα περιστρεφόταν γύρω από μια σειρά από ‘πρέπει’, δηλαδή από σκέψεις για το τι χρειάζεται να αλλάξει σε σχέση με την πραγματικότητα, προκειμένου να πετύχουμε ένα αποτελεσματικότερο Κράτος. Θα πήγαινε σε μια σειρά από επιτυχημένα παραδείγματα άλλων Κρατών ή ‘καλών πρακτικών’, που θα ήταν σκόπιμο να υιοθετήσουμε. Αυτό και τώρα είναι αναγκαίο. Όμως, δεν αρκεί. Το πρόβλημα που έχουμε δεν είναι απλώς πώς βελτιώνουμε το Κράτος στον ένα ή άλλο τομέα. Οι ανάγκες για κάτι τέτοιο αφορούν αναρίθμητα θέματα. Το πρόβλημα είναι ότι το Κράτος είναι εγκλωβισμένο σε συστημική αναποτελεσματικότητα. Είναι η ίδια η εσωτερική λογική της λειτουργίας του κράτους που με συνέπεια μας οδήγησε εδώ. Για το λόγο αυτό το ζητούμενο είναι πως θα ανατρέψουμε εκείνους τους κανόνες λειτουργίας του που παράγουν αποτυχία, γιατί αν αυτό δεν γίνει οι σοβαρές αλλαγές που πρέπει να γίνουν σε επιμέρους πεδία θα είναι ατελέσφορες, το ίδιο ατελέσφορες όπως οι γνωστές απανωτές ρυθμίσεις για την απελευθέρωση των δραστηριοτήτων στους τελευταίους δώδεκα μήνες.

Μιλάμε συνεχώς για μεταρρυθμίσεις, αλλαγές και προσαρμογές, όμως η πιο καθοριστική μεταρρύθμιση είναι αυτή που αφορά το Κράτος το ίδιο. Θα προσθέσω και εμάς τους ίδιους. Χωρίς μια τέτοια αλλαγή η πορεία μας θα παραπαίει.

Ο Moses Abramovitz, ένας οικονομολόγος του 20ου αιώνα, χρησιμοποίησε την έννοια της ‘κοινωνικής ικανότητας’ (social capability). Η κοινωνική ικανότητα μιας χώρας εκφράζει τη συνολική και συλλογική ικανότητα μιας κοινωνίας ν’ αντιδρά, να δρα, να υιοθετεί θεσμούς και πολιτικές, να προσαρμόζεται στον κόσμο που εξελίσσεται. Η ικανότητα αυτή καθορίζει το βαθμό ‘πιθανότητας’ που έχουμε να συγκλίνουμε με άλλες κοινωνίες, να επιτυγχάνουμε το μετασχηματισμό και την μετεξέλιξή μας, να βγούμε από τη στατικότητα ή την πτωτική κίνηση και να κινήσουμε διαδικασίες προσαρμογής μας στα δεδομένα της πραγματικότητας.

Πώς αντιδρούμε εμείς ως κοινωνία, και πως απαντάμε στις πραγματικότητες με τις οποίες είμαστε αντιμέτωποι; Με την αδράνεια, την εμμονή σε στερεότυπα του παρελθόντος, με παθητικότητα ή οργή; Μπορεί βέβαια κανείς, ατομικά ή συλλογικά, να εξαντλήσει την ενέργειά του στο να καταγγέλλει την πραγματικότητα, να καταγγέλλει τις δυνάμεις που ωθούν άλλους προς τα εμπρός και εμάς προς τα πίσω, όμως η επιλογή αυτή έχει μηδενική επίδραση στο μετασχηματισμό της πραγματικότητας αυτής, που, τελικά, έχει σημασία για τη ζωή μας. Οσοι απλώς καταγγέλλουν, απλώς υστερούν. Το ερώτημα είναι, αν ως κοινωνία κατανοούμε ποιες είναι οι κρίσιμες παράμετροι που καθορίζουν τη δυναμική του παγκοσμιοποιημένου συστήματος, και αν μπορούμε πέρα από το να καταγγέλλουμε, να ξεφύγουμε από τη θέση του παθητικού θεατή όλων αυτών των εξελίξεων και να κινήσουμε πρωτοβουλίες, που θα ανατρέψουν την πραγματικότητά μας -προς το καλύτερο βέβαια.

Αν από μια συνολικότερη οπτική έχουμε να κάνουμε με μια συστημική αναποτελεσματικότητα του Κράτους μας, από μια άλλη οπτική θα υποστηρίξω, ότι έχουμε ένα Κράτος με μια πολύ πιο ισχυρή εσωτερική λογική και αποτελεσματικότητα. Είναι ακριβώς η αντίθεση αυτή που οδηγεί στη ‘συστημική αποτυχία’. Αν δεν κατανοήσουμε την εσωτερική λογική της κρατικής λειτουργίας και την αντίθεσή της με το ζητούμενο, θα εξαντληθούμε σε διάφορες προτάσεις πολιτικής, που θα κινούνται γύρω από το πρόβλημα χωρίς να επικεντρώνονται στην ουσία του.

Θα προσπαθήσω να κάνω πιο σαφές τι εννοώ, διατυπώνοντας πρώτα κάποια ερωτήματα, που δεν είναι σε αντίφαση με όσα είπα:

Πρώτο ερώτημα: έχουμε πράγματι ένα Κράτος που θα το χαρακτηρίζαμε από κάθε άποψη αναποτελεσματικό;

Δεύτερο ερώτημα: δεδομένου ότι αυτό που χαρακτηρίζουμε ως αναποτελεσματικό Κράτος υπάρχει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, το ερώτημα είναι πώς μια τέτοια κεντρική αναποτελεσματικότητα μπορεί και διαρκεί τόσο χρόνο; Οι αναποτελεσματικότητες διορθώνονται όταν γίνονται αντιληπτές. Αν αυτό δεν συμβαίνει, πώς εξηγείται;

Τρίτο ερώτημα: μήπως είναι λάθος η οπτική μας και πρέπει να αντιμετωπίσουμε διαφορετικά το φαινόμενο που κρύβεται πίσω από τις λέξεις ‘αποτελεσματικό Κράτος’;

Ας σκεφτούμε πως ορίζουμε το ‘αποτελεσματικό Κράτος’. Η έννοια της αποτελεσματικότητας είναι μια τεχνική έννοια, που υποδηλώνει τη σχέση μεταξύ των στόχων που θέλουμε να πετύχουμε και των μέσων που χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε τους στόχους αυτούς. Είτε αναφερόμαστε στο Κράτος, είτε στην επαγγελματική μας δραστηριότητα, είτε στην προσωπική μας συμπεριφορά και στις σχέσεις μας, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν είναι παρά μια φορμαλιστική αρχή. Μας κατευθύνει να λειτουργήσουμε έτσι, ώστε να πετύχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα, είτε οικονομικό, είτε αισθητικό, είτε ακόμα και ψυχαγωγικό.

Στην ουσία, πίσω από την έννοια της αποτελεσματικότητας βρίσκεται η έννοια του ορθολογικού. Το θεωρητικά ορθολογικό μπορεί πολλές φορές να μην επιτυγχάνεται, είτε γιατί υπάρχει άγνοια όλων των επιλογών που έχει κανείς για να πετύχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα, είτε γιατί κάνει λάθος εκτίμηση, είτε γιατί δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες με άλλους να πετύχει ένα ειδικό αποτέλεσμα, είτε γιατί έχει αντιφατικούς στόχους, που η ταυτόχρονη επιδίωξή τους ακυρώνει το αποτέλεσμα. Αν εξαιρέσουμε τέτοιες περιπτώσεις, το ερώτημα παραμένει: πώς γίνεται να έχουμε ένα αναποτελεσματικό Κράτος για τόσο μεγάλο ιστορικό διάστημα; Για ποιους λόγους, συμπεριφορές, αντιλήψεις, αρχές που κυριαρχούν στο ελληνικό Κράτος περιέχουν τόσο έντονα το στοιχείο του ‘μη-ορθολογικού’ αντί του ορθολογικού;

Η ελληνική πραγματικότητα μας έδειξε με ποιο τρόπο και για πολύ μακρύ διάστημα μπορεί να κυριαρχεί ένα σύστημα γεμάτο ‘ανορθολογισμούς’ και επιλογές που επιδεινώνουν σταδιακά θεμελιακές ανισορροπίες και οδηγούν μετά από χρόνια σε μια βαθύτερη κρίση. Έδειξε, επίσης, πώς ακόμα και λίγα μέτρα πριν την κατάρρευση οι επιλογές αυτές παίρνουν μια ανεξέλεγκτη έκταση, ίσως γιατί θεωρούνται ως τελευταία ευκαιρία για όσους ωφελούνται από αυτές.

Αποψή μου είναι πως όταν οι ίδιες αναποτελεσματικότητες επαναλαμβάνονται για μεγάλο διάστημα και κάτω από τόσο διαφορετικές μορφές διακυβέρνησης και ιστορικές συνθήκες έχουμε να κάνουμε με συστημικά χαρακτηριστικά και όχι με ότι συνήθως χαρακτηρίζουμε ως αναποτελεσματικότητες.

Η ισχυρή παρουσία της αναποτελεσματικότητας στο Κράτος μας εξυπηρετεί εσωτερικές λογικές του ίδιου του κρατικού συστήματος. Θα ήταν ιστορικά αξιοπερίεργο, να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα μακροχρόνια και συστηματικά με μη-ορθολογικούς κανόνες. Αυτό θα σήμαινε, ότι ένα τμήμα της κοινωνίας μας, το Κράτος, θα λειτουργούσε σε μια περίεργη λογική, όπου οι επιδιώξεις του θα ήσαν σε μόνιμη αντίφαση με τα εργαλεία που θα επέλεγε για να πετύχει τους στόχους του. Και επειδή κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύει σε διάρκεια χρόνου, γιατί το Κράτος κάθε φορά που θα ανακάλυπτε την αδυναμία αυτή, θα λειτουργούσε αυτοδιορθωτικά, πρέπει να αναζητήσουμε μια διαφορετική ερμηνεία. Η ερμηνεία που δίνω είναι ότι η λογική της λειτουργίας του Κράτους είναι μεν διαφορετική από αυτήν που εμείς ορίζουμε ως αναποτελεσματική, αλλά όχι με τα κριτήρια βάσει των οποίων λειτουργεί το ίδιο το Κράτος.

Για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια: ακόμα και αν μια κρατική παρέμβαση εμφανίζεται λανθασμένη ή αναποτελεσματική από τη σκοπιά του δημόσιου συμφέροντος, πίσω της πιθανότατα υπάρχει ένας πολιτικός ορθολογισμός, κομματικός, πολιτικός ή προσωπικός. Για παράδειγμα, μια ανεύθυνη δημοσιονομική πολιτική, που άμεσα δημιουργεί νέα εισοδήματα, αλλά αργότερα οδηγεί σε πληθωρισμό, πτώση της ανταγωνιστικότητας, επιδρά αρνητικά στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στα μελλοντικά εισοδήματα, μπορεί να αποτιμηθεί αρνητικά από κάποιον που θα την εξετάσει στο συνολικό κύκλο λειτουργίας της, αλλά θα εκτιμηθεί θετικά από την κοινωνία που ωφελείται στην πρώτη φάση της. Η άγνοια για τις προεκτάσεις της πολιτικής αυτής στο μέλλον υψώνει ένα φράγμα στην κατανόηση των μελλοντικών και άρα συνολικών της επιπτώσεων. Με αυτό το δεδομένο, απο την πλευρά των στόχων μιας πολιτικής που βλέπει ότι μπορεί να αντλήσει οφέλη από την πρώτη φάση, χωρίς να της χρεωθούν τα αρνητικά των επόμενων φάσεων, η επιλογή αυτή είναι απόλυτα αποτελεσματική και άρα ορθολογική.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι πως το τι είναι αποτελεσματικό και τι όχι, τι είναι θετικό και τι αρνητικό, και για ποιόν, μπορεί να οδηγεί σε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με τη διάρκεια χρόνου που λαμβάνει κανείς υπ’ όψη, τα κοινωνικά ή πολιτικά υποκείμενα που εμπλέκονται, και τους στόχους που πράγματι και όχι απλώς κατ’ επίφαση, επιδιώκονται.

Σε όλο αυτό το σκεφτικό υπάρχει μια ιστορική τραγωδία. Για όσους θυμούνται τη δεκαετία του 1960 και του 1970 ή και για όσους νεότερους ασχολήθηκαν με την εποχή εκείνη, όσα ζούμε σήμερα είναι προέκταση ή παραλλαγές πολλών χαρακτηριστικών και ‘στρεβλών καταστάσεων’, που πάρα πολλοί επικρίναμε ως ‘παθογένειες’ ή ‘στρεβλώσεις’ πριν και, κυρίως, στη διάρκεια της δικτατορίας στη χώρα μας. Πολλά από όλα όσα ένας ολόκληρος κόσμος, με διάφορες πολιτικές καταβολές, προσέβλεπε στο να αλλάξουν από το 1974 και μετά άλλαξαν λίγο, άλλα μετεξελίχθηκαν και ισχυροποιήθηκαν. Είναι μια ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός, ότι οι γενιές που διαμορφώσαμε τη μεταπολιτευτική δημοκρατία κινηθήκαμε στα ίδια χνάρια και στις ίδιες λογικές που επικρίναμε, φτάνοντας τη χώρα στα άκρα.

Σήμερα, στην κρίση, ένα Κράτος του οποίου η αποτελεσματικότητα πέρα από τα δημοσιονομικά θα επικεντρωνόταν στο πεδίο του παραγωγικού μετασχηματισμού, της ανταγωνιστικότητας και των μεταρρυθμίσεων είναι εξαιρετικά αναγκαίο. Γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη είναι ο αναγκαστικός όρος επιτυχίας των πολιτικών που ακολουθούμε, όμως ικανοποιητική ανάπτυξη με τα προϊόντα και υπηρεσίες που παράγουμε είναι δύσκολο να πετύχουμε. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα:

Η ανταγωνιστικότητά μας μεταξύ άλλων, εξαρτάται από το κόστος των εισροών που παράγονται στη χώρα, και κυρίως το κόστος εργασίας και κεφαλαίου (τους τόκους), το κόστος μεταφορών, το κόστος της γραφειοκρατίας και της συναλλαγής, το κόστος του ρεύματος, και άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών υπηρεσιών. Αν μπορούμε να δημιουργήσουμε ανταγωνιστικότητα μέσα από ένα συνδυασμό μεταρρυθμίσεων, (π.χ. απελευθέρωση μεταφορών για να μειωθεί ένα στοιχείο του κόστους, μείωση του κόστους γραφειοκρατίας ή της διαφθοράς, που αποτελούν στοιχεία αυξημένου κόστους για μια επιχείρηση, βελτίωση των σύγχρονων υποδομών, μείωση του κόστους στα λιμάνια), αλλά εμείς αρνούμαστε να απελευθερώσουμε τα βυτιοφόρα, να εξορθολογίσουμε το κόστος της ΔΕΗ, να καταπολεμήσουμε τη γραφειοκρατία και τη διαφθορά, το αναγκαίο αποτέλεσμα είναι η πίεση να πέφτει πάνω στο μοναδικό σχεδόν στοιχείο που απομένει: στους μισθούς. Ενώ η παραγωγική μας βάση αποτελεί ιστορικά ένα από τα πρωταρχικά προβλήματα της κρίσης, το Κράτος απέχει από κάθε σοβαρή πολιτική παρέμβαση προς την κατεύθυνση του μετασχηματισμού του παραγωγικού μας συστήματος.

Προσπάθησα με όσα είπα να εξηγήσω τις κρίσιμες παραμέτρους που καθορίζουν τη λειτουργία του Κράτους στη χώρα μας, οι οποίες εξηγούν ότι η πρώτη και μεγαλύτερη αναγκαία μεταρρύθμιση που χρειαζόμαστε αφορά την κεντρική λογική της κρατικής λειτουργίας. Θα αναφερθώ τώρα σε πέντε σημαντικές αλλαγές, που δημιουργούν όρους επιτυχίας στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Ο πρώτος όρος είναι να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης της διεθνούς κοινότητας στην ελληνική πολιτική, κλίμα εμπιστοσύνης της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας στην πολιτική που προσπαθεί να βγάλει τη χώρα από την κρίση, κλίμα εμπιστοσύνης των άνεργων ότι η πολιτική δεν τους αφήνει πίσω της και κλίμα εμπιστοσύνης των επενδυτών στις προοπτικές της πολιτικής και της οικονομίας. Η εμπιστοσύνη αυτή απαιτεί μια προσεκτική πολιτική στρατηγική και χρόνο. Μπορεί να χαθεί μέσα από μια άστοχη δήλωση ή πράξη. Το κλίμα αυτό εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο την ελληνική πολιτική. Αφορά εξίσου και την εμπιστοσύνη που θα δημιουργεί διεθνώς η πολιτική της ευρωζώνης για την υπέρβαση της κρίσης, όπως η πολιτική με την οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα της Ελλάδας και των άλλων χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου.

Ο δεύτερος όρος είναι να θέσουμε μεγάλες προτεραιότητες και τρόπους επίτευξής τους με ορίζοντα δεκαετίας -στην οικονομία, στην κοινωνική, στην εθνική μας πολιτική. Προτεραιότητες που δεν θα ανατρέπονται ούτε ανά τετραετία, ούτε ανά εξάμηνο. Προτεραιότητες που προϋποθέτουν την παραδοχή ότι ένα ισόρροπο μακροοικονομικό πλαίσιο είναι αναγκαίο για κάθε οικονομικό και κοινωνικό στόχο, οτι στην εποχή της ‘κοινωνίας της γνώσης’ το παιχνίδι της ανάπτυξης δεν κερδίζεται με την εμμονή σε ξεπερασμένα πρότυπα και ότι η ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή αύριο εξαρτώνται από το τι κάνουμε σήμερα.

Τρίτος όρος είναι ότι τα προβλήματα με τα οποία η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ή θα βρεθεί αντιμέτωπη προϋποθέτουν πολιτικές παρεμβάσεις, των οποίων ο χρονικός ορίζοντας απόδοσης ξεπερνάει τη λογική του εκλογικού κύκλου. Απαιτούν, κυρίως, ταχύτητα πολιτικής αντίδρασης και ικανότητα οργάνωσης αποτελεσματικών πολιτικών.

Τέταρτος όρος είναι η μακροχρόνια εμμονή στους στόχους. Αυτό σημαίνει να σταματήσουν οι άσκοπες ανατροπές πολιτικής, να υπάρχει ικανότητα αποτελεσματικής διόρθωσης και προσαρμογής, όταν οι εξελίξεις κάνουν κάτι τέτοιο αναγκαίο, να έχουμε σταθερούς θεσμούς, διαφάνεια και συνέπεια στον τρόπο λειτουργίας τους, και προβλέψιμους ‘κανόνες παιχνιδιού. Η εμπειρία με το ασφαλιστικό δείχνει πως όταν αρνούμαστε να επιλύσουμε κρίσιμα προβλήματα, η λύση έρχεται από την πραγματικότητα την ίδια και το τίμημα είναι μαζικό, σκληρό, άδικο και πολλαπλάσιο. Ας δούμε τα σημερινά προβλήματα, το σύστημα υγείας, την ανεργία, το περιβαλλοντικό, το αναπτυξιακό, τη μεταρρύθμιση του κράτους, τη διαφθορά και ας σκεφτούμε τι μάθημα μας δίνει το ασφαλιστικό για τα θέματα αυτά.

Πέμπτος όρος, η αντιμετώπιση της εκτεταμένης διαφθοράς στο δημόσιο τομέα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει μια ευρύτατη αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα, με δραματική εξάλειψη φαινομένων, όπως η γραφειοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδράνεια, η συντήρηση μιας ανορθόλογης τάξης πραγμάτων, που αποτελεί το μεγάλο φρένο της ανάπτυξης.

Σήμερα, η παγκόσμια πραγματικότητα και οι ισχυρές ανακατατάξεις στη διεθνή αρχιτεκτονική της δύναμης και στις τεχνολογίες έχουν δημιουργήσει νέους όρους σχέσεων Κράτους και Αγοράς και Κράτους με την κοινωνία. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ‘κανονικότητα του απρόβλεπτου’. Υπάρχει αβεβαιότητα για το πότε θα συμβεί και τι θα περιέχει το απρόβλεπτο, αλλά βεβαιότητα ότι θα υπάρξει. Η κρατική πολιτική και το πολιτικό στοιχείο υπόκεινται σε αυξημένες πιέσεις: πρέπει να γνωρίζουν, να διασφαλίζουν και να επιτυγχάνουν σε περιβάλλον αβεβαιότητας. Η ικανότητα λήψης πολιτικών αποφάσεων σε γρήγορο διάστημα και σε ορθή βάση ανάγεται σε κρίσιμο συστημικό όρο της κρατικής λειτουργίας. Ο ίδιος ο χαρακτήρας της σύγχρονης εξέλιξης, ανάγει την ευελιξία, την ταχύτητα κατανόησης και αντίδρασης και την αλλαγή σε κρίσιμους όρους επιτυχίας και δυναμισμού.

Θα ολοκληρώσω με την επισήμανση ότι η αναποτελεσματικότητα του Κράτους την οποία βιώνουμε συνεχώς και με οδυνηρά αποτελέσματα οφείλεται στο ότι έχουμε αποδεχθεί ή και έχουμε συμβάλει στην οικοδόμηση ενός Κράτους, που η λειτουργία του δεν σχετίζεται τόσο με το δημόσιο συμφέρον, όσο με συμφέροντα επιμέρους κοινωνικών τμημάτων, χωρίς αυτά να μπορούν να μετατραπούν σε σύνθεση συνολικού εθνικού συμφέροντος. Σε μια σύνθετη κοινωνία η πίεση των επιμέρους συμφερόντων πάνω στο Κράτος είναι μια αυτονόητη διαδικασία. Το πρόβλημα δημιουργείται, όταν η συστημική λειτουργία έχει διαστρεβλωθεί τόσο, ώστε να επιτρέπει σε ένα άθροισμα πολλών τέτοιων συμφερόντων να υπονομεύουν το συλλογικό συμφέρον και να λειτουργούν ενάντια σε μεγάλους στόχους και βασικές αξίες της πολιτικής και της πολιτικής ηθικής.

Θα ολοκληρώσω με δύο επισημάνσεις:

α) Αναφέρθηκα στη φύση και τα χαρακτηριστικά της αναποτελεσματικότητας του Κράτους στη χώρα μας, όμως πρέπει να προσθέσω ότι στην ιστορία μας ζήσαμε φάσεις πολύ διαφορετικές από την πρόσφατη και με σημαντικά αποτελέσματα. Τίποτα δεν εμποδίζει να μετακινηθούμε σε μια διαφορετική τροχιά, εκτός από εμάς τους ίδιους ως σύστημα και ως συλλογική λειτουργία,

β) Η ιδιαίτερη σημασία της συζήτησης για το Κράτος συναρτάται με την εθνική αγωνία μας να βγούμε από την κρίση. Όμως, η πορεία αυτή καθορίζεται επίσης από άλλους δύο εξωγενείς παράγοντες:

* αφ’ ενός τις πολιτικές που καλούμαστε να εφαρμόσουμε ως αποτέλεσμα των διεθνών δεσμεύσεών μας με τα δάνεια,

* αφ’ ετέρου των πολιτικών που εφαρμόζονται από την Ευρωζώνη για την υπέρβαση της κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο και φυσικά τις ευρωπαϊκές πολιτικές απέναντι στις ίδιες τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου.

Η αναφορά αυτή γίνεται για να υπενθυμίσει μια πολύ γνωστή πραγματικότητα: ότι η κρίση ή η έξοδος από την κρίση είναι συνάρτηση ενός ευρύτερου μίγματος πολιτικής, και η επιτυχία ή αποτυχία δεν μπορεί να αποδοθεί μεμονωμένα στον ένα ή άλλο παράγοντα. Οι αδυναμίες ,μας είναι γνωστές και οφείλουμε να τις κατανοήσουμε και να τις ανατρέψουμε. Όμως, οι αδυναμίες αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν άλλοθι για όλες τις ατυχίες ή τις αποτυχίες που θα σημειωθούν στην εξαιρετικά δύσκολη αυτή περίοδο.»