Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
28/2/2013

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ECONOMIST


Αθήνα, 28 Φεβρουαρίου 2013


Ο Υπουργός Εσωτερικών, κ. Ευριπίδης Στυλιανίδης, συμμετείχε σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε σήμερα, υπό τη διοργάνωση του Βρετανικού Συμβουλίου και σε συνεργασία με άλλους φορείς, με τίτλο «Εκπαίδευση και Καινοτομία στον 21ο αιώνα – Ανοίγοντας τα σύνορα στην Επιχειρηματική Αγορά». Η εισήγησή του αφορούσε σε ζητήματα εκπαίδευσης, αλλά και του ευρύτερου πλαισίου λειτουργίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας.

Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα.

«Μεικτό Πανεπιστήμιο: Μία ιδέα που μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα»
Το στοίχημα της αναθεώρησης του Άρθρου 16 του Συντάγματος χάθηκε το 2001 και το 2007 αφήνοντας το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καθηλωμένο στο χθες, παρηκμασμένο, απομονωμένο διεθνώς, με ελλιπή χρηματοδότηση και ξεκομμένο απ’ την αγορά.
Ο χρόνος που απαιτείται για μία νέα αναθεωρητική προσπάθεια, δεν επιτρέπει στην Ελλάδα να καλύψει το χαμένο έδαφος στο διεθνή ανταγωνισμό της εκπαίδευσης και της έρευνας. Άλλες χώρες όπως η Βρετανία, η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Τουρκία, η Κύπρος έχουν φύγει μπροστά με απίστευτες ταχύτητες. Απελευθέρωσαν την εκπαιδευτική τους αγορά. Προσέλκυσαν χιλιάδες διεθνείς φοιτητές και διακεκριμένους καθηγητές και δημιούργησαν μία νέα ποιότητα για την παιδεία τους και μία νέα πηγή πλούτου για την οικονομία τους.
Για να μπορέσει η Ελλάδα να προλάβει τις εξελίξεις δεν αρκεί πλέον να αλλάξει το εμπόδιο του Συντάγματος αλλά πρέπει έξυπνα να το προσπεράσει.
Ο προϋπολογισμός της χώρας μας επαρκεί για τη χρηματοδότηση περίπου 15 Πανεπιστημίων απ’ τα 25 που διαθέτουμε με συνέπεια να απειλούνται τα υπόλοιπα με κλείσιμο ή μαρασμό και να διακυβεύεται πλήρως στην πράξη η Συνταγματική επιταγή για δημόσια δωρεάν παιδεία.
Το Σύνταγμα στο άρθρο 16 επιμένει δογματικά ότι τα Πανεπιστήμια πρέπει να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους. Ώσπου λοιπόν να ξεπεραστεί αναθεωρητικά αυτό το εμπόδιο, ο χρόνος δεν πρέπει να χαθεί. Η μετεξέλιξη της πρότασής μας προβλέπει μία έξυπνη υπέρβαση με πολλά πλεονεκτήματα:
• Αξιολογείται πιλοτικά η υλική και άυλη αξία κάποιων ΑΕΙ.
• Μετοχοποιείται το 49% και διατίθεται σε Ελληνικά Ιδρύματα, εφοπλιστές, επιχειρηματίες που θέλουν πραγματικά να επενδύσουν στην παιδεία. Εννοείται ότι ο ιδιώτης επενδυτής αναλαμβάνει και το διοικητικό και αναπτυξιακό management του Ιδρύματος, περιορίζοντας τον Πρύτανη στην επιστημονική εκπροσώπηση και στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα.
Με τον τρόπο αυτό τα νέα Μεικτά Πανεπιστήμια που δημιουργούνται αποκτούν ρευστότητα πόρων εκτός κρατικού προϋπολογισμού, ευελιξία στη διοίκηση και την ανάπτυξή τους, και αντί να κλείσουν -πληγώνοντας αναπτυξιακά τις περιφέρειες που τα φιλοξενούσαν-, αποκτούν μια νέα δυναμική, αναπτύσσοντας την άμιλλα με τα παραδοσιακά δημόσια πανεπιστήμια που συνεχίζει να συντηρεί ο κρατικός προϋπολογισμός.
Μέσα απ’ αυτή την εξέλιξη εισρέουν επενδυτικά κεφάλαια στην Ελλάδα, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, προσελκύονται Έλληνες και ξένοι επιστήμονες από το εξωτερικό, φέρνοντας φρέσκια τεχνογνωσία και νέα νοοτροπία, πολύτιμες όχι μόνο για την ανώτατη εκπαίδευση αλλά και για την αγορά, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία, τη δημόσια διοίκηση, την κοινωνία. Δίνονται σημαντικές ευκαιρίες στο μέχρι τώρα καθηλωμένο εγχώριο επιστημονικό δυναμικό.

Τα νέα Μεικτά Πανεπιστήμια για να εδραιωθούν από άποψη φήμης και ποιότητας θα είναι εξωστρεφή και θα συνδέονται άμεσα με την αγορά εργασίας. Θα έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν ξενόγλωσσα προγράμματα προκειμένου να προσελκύσουν ξένους, μη Ευρωπαίους φοιτητές, με δίδακτρα.
Θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να προχωρήσουν πιο επιθετικά σε πρωτογενή έρευνα και ευρεσιτεχνίες για τη βιομηχανία και την αγορά διότι πλέον αυτή θα μπορεί να εμπιστευθεί τον ιδιώτη manager ότι θα διαφυλάξει τον απόρρητο χαρακτήρα και θα κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία ώστε να κερδίσει από αυτή τόσο το Πανεπιστήμιο όσο και η επιχείρηση.
Με αυτές και με άλλες μεθόδους θα δημιουργηθεί η απαραίτητη ρευστότητα στο Πανεπιστήμιο, προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρως στην πράξη η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση για τους φοιτητές που είναι Έλληνες πολίτες. Με τα Μεικτά Πανεπιστήμια ενδυναμώνεται πρόσθετα η εξωστρέφεια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και η ποικιλόμορφη τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Φανταστείτε αν μία ελληνική επαρχιακή πόλη γεμίζει μόνιμα με χιλιάδες Ρώσους, Κινέζους, Άραβες ή Βαλκάνιους φοιτητές, τι θα σημαίνει αυτό για την ανάπτυξη και την ανάδειξή της.
Παράλληλα δημιουργείται ένα πρόσθετο εθνικό όφελος διότι το Μεικτό Πανεπιστήμιο γίνεται γέφυρα επαναπατρισμού δεκάδων χιλιάδων διακεκριμένων Ελλήνων επιστημόνων, που σήμερα εργάζονται σε γνωστά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού, και εποχικά ή μόνιμα θα κληθούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη μητρόπολη.
Μέσα δε, από την παροχή υψηλού επιπέδου ελληνικής και ευρωπαϊκής παιδείας, θα χτίζεται συνεχώς ένα ισχυρό και σύγχρονο διεθνές ανθρωποδίκτυο φιλελληνισμού απολύτως χρήσιμο όχι μόνο για την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας μας αλλά και για την εξωστρέφεια της οικονομίας μας.
Η πρόταση του Μεικτού Πανεπιστημίου, σεβόμενη τη συνταγματική επιταγή για έλεγχο του κράτους επί των ΑΕΙ μέσω του 51%, επιτυγχάνει να ενεργοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια, να κινητοποιήσει εξαιρετικά μυαλά και να ανακτήσει το χαμένο χρόνο ώσπου να συντελεστεί επιτέλους η πολυπόθητη αναθεώρηση.
Η ανοιχτή αυτή προσέγγιση είναι βέβαιο ότι αποκαθιστά την παιδεία, τον πολιτισμό, το ελληνικό πνεύμα και τον οικουμενικό ελληνισμό ως τα βασικά πλεονεκτήματα όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και της οικονομίας μας.
Δημιουργείται μία νέα πηγή για το ΑΕΠ, ισοδύναμη ή και ισχυρότερη απ’ τον τουρισμό και τη ναυτιλία, διότι δε λειτουργεί ούτε εποχικά, ούτε μονοθεματικά αλλά όλο το χρόνο και σε πολλά πεδία, δίνοντας πολλαπλάσια έσοδα για την οικονομία και νέα δυναμική για την εξωτερική μας πολιτική.
Μέσα απ’ το Μεικτό Πανεπιστήμιο, η Ελλάδα μπορεί πολύ γρήγορα να καταστεί Διεθνές Εκπαιδευτικό Κέντρο επιτυγχάνοντας αυτό που κάποτε προέβλεψε ο Οδυσσέας Ελύτης, ότι «θα έρθει η στιγμή που ο πολιτισμός μας θα μας συγκλονίσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του».