Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
30/6/2010

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, κ. Γ. Ν. ΡΑΓΚΟΥΣΗ, ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ – ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΥΓΕΙ@» (30.6.2010)



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ 

τηλ 213-1313581, 213-1313604

fax  210-3393530  210-3636429

e-mail: press­­_office_ypes@ypes.gov.gr

           

                                                                               ΑΘΗΝΑ, 30 Ιουνίου  2010

 

 

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ,

κ. Γ. Ν. ΡΑΓΚΟΥΣΗ, ΣΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΩΝ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ –

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΥΓΕΙ@»

 

 

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

 

νομίζω ότι έχουμε ακόμα μία μεγάλη ευκαιρία -όπως είχαμε και το προηγούμενο διάστημα- να θυμίσουμε κάτι που βεβαίως, είναι ακόμη πολύ νωπό στη μνήμη του ελληνικού λαού. Αυτό δεν είναι άλλο από την εντολή του. Μία εντολή που το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, ο Γιώργος Παπανδρέου ζήτησε και πήρε στις πρόσφατες εκλογές. Μία εντολή του ελληνικού λαού που στη συνέχεια μετετράπη σε μία ψήφο εμπιστοσύνης προς αυτή την Κυβέρνηση, από την Κοινοβουλευτική Πλειοψηφία. Μία ψήφο εμπιστοσύνης άρρηκτα συνδεδεμένη με την υποχρέωση της Κυβέρνησης να κάνει πράξη αυτό το οποίο ζήτησε ο ελληνικός λαός. Αυτό είναι μία μεγάλη, μία βαθιά, μία πλατιά, μία ριζική αλλαγή στο κράτος που -όπως κατ’ επανάληψη έχουμε αναλύσει, έχουμε εξηγήσει και  τεκμηριώσει-  είναι η βασικότερη από τις προϋποθέσεις που υπάρχουν για να μπορέσει η Ελλάδα να μπει σε μία νέα τροχιά ανάπτυξης, για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να βγει από αδιέξοδα και από κρίσεις  που, όταν ζητούσαμε να πάρουμε την εντολή του ελληνικού λαού, κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί το μέγεθος, αλλά και την βιαιότητά τους.

Η Κυβέρνηση εδώ και περίπου εννέα μήνες, κάνει ό,τι περισσότερο και ό,τι καλύτερο μπορεί ανθρωπίνως να γίνει, προκειμένου να κάνει πράξη αυτήν την εντολή του ελληνικού λαού. Το νομοσχέδιο για το «Πρόγραμμα Διαύγεια»  στη λειτουργία όλου του δημοσίου, όλου του κρατικού και κατ’ επέκταση και πολιτικού δυναμικού της χώρας,  είναι ακόμα ένα μεγάλο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση.

Βεβαίως, επειδή κανείς δεν μπορεί να ορίσει τα πραγματικά δεδομένα της ζωής, ταυτόχρονα  η Κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει το ξέσπασμα μίας κρίσης δημοσιονομικής, που κατέληξε να γίνει και κρίση χρέους της χώρας, μία κρίση που ξέσπασε με τρομερή βιαιότητα για πρώτη φορά τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια. Αυτή η κρίση ήταν υποχρεωτικό να αντιμετωπιστεί από την Κυβέρνηση, ήταν υποχρεωτικό να αντιμετωπιστεί από τη χώρα, γιατί αν δεν αντιμετωπίζονταν οι περαιτέρω συζητήσεις, θα ήταν συζητήσεις χωρίς νόημα για την Ελλάδα. Εάν η ελληνική Κυβέρνηση και ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν το μεγαλύτερο ποσό πιστωτικής βοήθειας, που ποτέ υπήρξε προς κράτος παγκοσμίως -το ποσό των εκατόν δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ για να μπορεί η Ελλάδα να αποπληρώσει χρέη, τα οποία είχαν συσσωρευτεί  είναι αλήθεια στο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών και  είχαν ζήσει οι Έλληνες τη μεγάλη έξαρση αυτού του δανεισμού τα  τελευταία πέντε χρόνια- τότε όχι για αλλαγές στο κράτος δεν θα μπορούσε κανείς να μιλάει, αλλά στην πραγματικότητα ούτε καν για τη στοιχειώδη λειτουργία του κράτους. Ένα κράτος το οποίο, αν έπαυε να λειτουργεί, οι πρώτοι που θα υφίσταντο τις δραματικές συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης, βεβαίως θα ήταν οι αδύνατοι, θα ήταν όσοι στερούνται ισχυρών βοηθημάτων και ισχυρών προσωπικών ή οικογενειακών προοπτικών, οι πολίτες οι οποίοι ανήκουν στα περίφημα «χαμηλά και μεσαία εισοδήματα». Αν η ελληνική Κυβέρνηση δεν εξασφάλιζε εκατόν δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ, για να μπορεί η χώρα να σταθεί στα πόδια της, ούτε τα νοσοκομεία θα μπορούσαν να λειτουργούν, ούτε τα σχολεία, ούτε οι δημόσιες υπηρεσίες, ούτε οι υπάλληλοι να πληρώνονται, ούτε οι συνταξιούχοι να παίρνουν τις συντάξεις τους.

Αυτή είναι μία πραγματικότητα η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ή αν κάποιος επιχειρήσει να την αμφισβητήσει πρέπει να είναι σε θέση πειστικά –και το υπογραμμίζω το «πειστικά»- να πει στον Ελληνικό λαό πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, πού αλλού θα μπορούσαν να έχουν βρεθεί αυτά τα περίφημα εκατόν δέκα δισεκατομμύρια ευρώ, για να συνεχίσει το ελληνικό κράτος τη λειτουργία του.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, έχει αυτή τη δύσκολη αποστολή να φέρει σε πέρας :  Από τη μία να αντιμετωπίσει αυτή τη βαθιά κρίση,  από την άλλη όμως απαρέγκλιτα να προχωρήσει τις βαθιές αλλαγές στο κράτος.

Αυτή είναι πράγματι με το «Πρόγραμμα Διαύγεια» μία νέα μεγάλη αλλαγή που γίνεται και θα το αποδείξω αυτό στη συνέχεια. Είναι μια ακόμη αλλαγή μετά την αλλαγή που κάναμε, όπως ανέφερε ο εισηγητής της Πλειοψηφίας, αλλά και πάρα πολλοί συνάδελφοι Βουλευτές της πλειοψηφίας- στην πλήρη υπαγωγή των προσλήψεων σε σύστημα αντικειμενικό και αξιοκρατικό, δηλαδή στη δικαιοδοσία του ΑΣΕΠ, μετά την αλλαγή που για πρώτη φορά έγινε στη χώρα για την αντικειμενική, την αξιοκρατική, άρα τη δίκαιη και αμερόληπτη προαγωγή των στελεχών της δημόσιας διοίκησης, μετά την μεγάλη αλλαγή της νέας αρχιτεκτονικής στην αυτοδιοίκηση και στην διοίκηση που, επίσης, πραγματοποιήσαμε με το πρόγραμμα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ.

Σήμερα, έρχεται πράγματι η ώρα να κάνουμε μία ακόμα μεγάλη αλλαγή. Αλλά  πριν πω δύο λόγια γι’αυτήν και  απαντήσω βεβαίως και στις παρατηρήσεις επί των άρθρων που τέθηκαν από συναδέλφους Βουλευτές, να πω ότι έχει μεγάλη αξία και για την Ολομέλεια, και για το Κοινοβούλιο και για κάθε Βουλευτή ξεχωριστά από όλους μας, αλλά πολύ περισσότερο για τον ελληνικό λαό, ότι αυτές οι αλλαγές που αναφέρθηκαν, δεν είναι απλώς αλλαγές τις οποίες μπορεί πια να τις έχει κανείς γραπτές σε νομοθετικά κείμενα. Είναι αλλαγές, είναι νόμοι που ήδη εφαρμόζονται και στο σκέλος των προσλήψεων, όπου πια καμία πρόσληψη δεν μπορεί να γίνει στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αν δεν έχει την δικαιοδοτική  έγκριση του ΑΣΕΠ, υπό όποια έννοια μπορεί να το δει κανείς αυτό, ανάλογα την περίπτωση. Καμία προαγωγή αυτή την στιγμή δεν μπορεί να γίνει έξω από τον νόμο για τη θέσπιση του ΕΙΣΕΠ,  που ψήφισε το Ελληνικό Κοινοβούλιο και ήδη και αυτή η αλλαγή εφαρμόζεται και σε επίπεδο προπαρασκευαστικό, αλλά όχι μόνο. Ήδη και στη λειτουργία των Δήμων πολλές διατάξεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ, έχουν τεθεί σε εφαρμογή.

Το «Πρόγραμμα Διαύγεια» -κάτι για το οποίο έχει μιλήσει ο Έλληνας Πρωθυπουργός εδώ και πολλά χρόνια- είναι μία πολύ μεγάλη αλλαγή γιατί πράγματι είναι κάτι πολύ σημαντικό και πολύ πρωτότυπο. Γιατί είναι σημαντικό; Διότι δεν είναι απλώς η συζήτηση ή οι προβλέψεις αυτού του νομοσχεδίου μία σειρά από ευχές, μία σειρά  από οδηγίες ή από εντολές που δίνονται στη διοίκηση, αλλά η διαύγεια  -και εδώ είναι η μεγάλη της σημασία- είναι συνδεδεμένη απόλυτα, αναντίλεκτα με την υποχρέωση όλων πια να δημοσιοποιούν τις αποφάσεις τους, για να μπορούν να τις εκτελέσουν. Η μεγάλη δύναμη αυτού του νομοσχεδίου δεν είναι ότι απλώς λέει ποιες πράξεις πρέπει να δημοσιοποιούνται, αλλά ποιοι είναι αυτοί που πρέπει να δημοσιοποιούν τις πράξεις τους. Πολλοί δε από αυτούς σήμερα είτε δεν δημοσιοποιούν, είτε δημοσιοποιούν κατ’ ευφημισμόν. Διότι μη μου πείτε ότι είναι δημοσιοποίηση στον ελληνικό λαό το γεγονός ότι με βάση τις προβλέψεις του νόμου, ένας Δήμαρχος αναρτά στον πίνακα ανακοινώσεων του Δημαρχείου τις αποφάσεις που πήρε το Δημοτικό Συμβούλιο για κάποιες προσλήψεις, ή μη μου πείτε ότι είναι δημοσιοποίηση κανείς όταν έρχεται η ώρα για την ανάθεση ενός έργου, απλώς και μόνο, να γνωστοποιεί τη διακήρυξη και ποτέ την κατακύρωση, ποτέ τις συμπληρωματικές συμβάσεις ενός έργου οι οποίες μπορεί να υπάρξει ανάγκη να υπογραφούν. Άρα, και πολλές από τις πράξεις της διοίκησης σήμερα δεν δημοσιοποιούνται ή δημοσιοποιούνται κατ’ ευφημισμόν. Και πράγματι  πάρα πολλοί από τους κρατικούς αξιωματούχους και πολύ λιγότερο τα μέλη μιας κυβέρνησης, τα ανώτατα στελέχη του κρατικού μηχανισμού και πολύ περισσότερο όμως ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, τα στελέχη του μεσαίου επιπέδου και πιο κάτω, για πρώτη φορά υποχρεούνται όχι απλώς να δημοσιοποιήσουν τις αποφάσεις τους, αλλά υποχρεούνται -και τους επιβάλλεται για να μπορέσουν να τις εκτελέσουν- να δημοσιοποιήσουν αυτές τις αποφάσεις τους.

Και αυτό είναι κάτι, που πράγματι δεν θέλει πολύ μεγάλη προσπάθεια για να επιχειρηματολογήσει κανείς. Κατ’ αρχήν είναι πολύ σημαντικό για την πάταξη της διαφθοράς, χωρίς καμία αμφιβολία και χωρίς καμία προσπάθεια κανείς να επιχειρηματολογήσει γι’ αυτό.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Είναι και κάτι πέραν αυτού εξίσου σημαντικό. Η δημοσιοποίηση των αποφάσεων, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, πιστεύουμε βαθιά ότι θα ωθήσει, πέραν από την αντιμετώπιση κρουσμάτων και φαινομένων διαφθοράς, στην υποχρεωτική στην πραγματικότητα λήψη ορθολογικών αποφάσεων δια μέσου της ανάρτησης στο διαδικτύου. Είναι αποφάσεις που όποιος τις πάρει ακόμα και αν είναι  νόμιμες, θα πρέπει να είναι σε θέση να επιχειρηματολογήσει για αυτές, γιατί αυτές είναι προτεραιότητα, γιατί αυτές είναι σωστές αποφάσεις, γιατί αυτές επιβάλλονται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Η δημοσιοποίηση, η διαφάνεια και η διαύγεια, λοιπόν,  δεν είναι μόνο η οδός για την πάταξη της διαφθοράς, είναι και ο δρόμος για τη λήψη ορθολογικών αποφάσεων. Δυστυχώς σήμερα, οι αποφάσεις αυτές που λαμβάνονται, στο μεγαλύτερο μέρος τους, στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση, στο στενό ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν χαρακτηρίζονται από τον ορθολογισμό τους. Δεν χαρακτηρίζονται σε καμία απολύτως περίπτωση από τη διαφάνειά τους.

Άρα, σε κανέναν -εγώ θα σας έλεγα ούτε καν στα μέλη της Κυβέρνησης- αυτή τη στιγμή δεν παρέχεται καμία εγγύηση, όπως δεν παρέχονταν και στο παρελθόν, ότι όλες οι αποφάσεις, που λαμβάνονται από τους αξιωματούχους των διαφόρων επιπέδων της Διοίκησης, του κυβερνητικού ή του ευρύτερα κρατικού μηχανισμού, είναι γνωστές αποφάσεις.

Κάθε μέρα, κάθε ένας στο δικό μας Υπουργείο -ο Γενικός Γραμματέας Υπουργείου, Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου, Διοικητικό Συμβούλιο Οργανισμού- παίρνει πάρα πολλές αποφάσεις. Ποιος Υπουργός καταφέρνει –και  ποιες από αυτές τις αποφάσεις- να τις μαθαίνει, να τις κρίνει, να τις αξιολογεί; Η οδός, όπως ξέρετε, είναι η κλασική οδός της γνωστοποίησης. Είναι η γραπτή οδός, η οποία ακολουθεί, χωρίς καμία σύνδεση με τη δυνατότητα εκτέλεσής της, τη γραφειοκρατική διαδικασία, όπου κάποια μέρα θα κοινολογηθούν όλα αυτά κ.ο.κ.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με την απελευθέρωση του Εθνικού Τυπογραφείου για πρώτη φορά στον Έλληνα πολίτη, ώστε αυτός να έχει απόλυτη και ελεύθερη πρόσβαση σε ό,τι δημοσιεύεται στο Εθνικό Τυπογραφείο, νομίζω ότι πράγματι δικαιολογούν το γιατί αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία είναι σημαντική, αλλά ταυτόχρονα και πρωτότυπη.

Είναι πρωτότυπη σε διεθνές επίπεδο. Και αυτό εξακολουθούμε και το ισχυριζόμαστε και το υποστηρίζουμε, γιατί πράγματι τουλάχιστον η δική μας έρευνα, ακόμα και μέχρι σήμερα, δεν έχει φέρει στο  φως μια περίπτωση δημόσιας διοίκησης κράτους που να έχει νομοθετήσει την υποχρεωτικότητα της ανάρτησης και της δημοσιοποίησης όλων των αποφάσεων στο διαδίκτυο και κυρίως – επαναλαμβάνω - τη διασύνδεση αυτής της υποχρεωτικότητας με τη δυνατότητα να εκτελούνται αυτές οι αποφάσεις.

Το ερώτημα είναι : Για να φτάσει κανείς, μια Κυβέρνηση, μια κυβερνητική πλειοψηφία, μια παράταξη να εισηγηθεί ένα τέτοιο νομοσχέδιο, είναι κρίσιμος ο παράγοντας της τεχνολογίας ή της πολιτικής βούλησης; Προφανώς είναι ο κρίσιμος και καθοριστικός παράγοντας η πολιτική βούληση και όχι η τεχνολογία. Ιδίως εάν η τεχνολογία που απαιτείται για κάτι τέτοιο, είναι –αλίμονο- μια ιστοσελίδα και ένα ειδικό λογισμικό, που δημιουργείται προφανώς, χωρίς κανείς να χρειαστεί να απευθυνθεί σε υψηλού κύρους ή υψηλής εξειδίκευσης παγκόσμια κέντρα υψηλής τεχνολογίας. Πολιτική βούληση είναι αυτό που λείπει. Πολιτική βούληση είναι που υπάρχει με αυτό το νομοσχέδιο και κατατίθεται από αυτή την Κυβέρνηση και δεν είναι η ωρίμανση των τεχνολογικών υποδομών που αυτό μας το επιτρέπει.

Θα έλεγα μάλιστα στη συγκεκριμένη περίπτωση σε ορισμένους αγαπητούς συναδέλφους της Αντιπολίτευσης ότι πρέπει διπλά να σκέφτονται, όταν επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα ότι στα πέντε τελευταία χρόνια στη χώρα απέκτησαν ιστοσελίδες οι δημόσιοι οργανισμοί. Εδώ μέσα μπορεί να τα ακούμε, μπορεί μέσα σε όλα τα άλλα να μην το σχολιάζουμε, αλλά καλό είναι παραέξω να μην το ισχυρίζεται κανείς, γιατί αν σε μια χώρα της υδρογείου κανείς ισχυρίζεται ότι από το διάστημα του 2004, μετά από τόσες δεκαετίες διαδικτύου και παγκόσμιας ανάπτυξης των ιστοτόπων, η Ελλάδα επαίρεται διότι έφτιαξαν οι δημόσιες υπηρεσίες ιστοτόπους, νομίζω ότι αυτό θα φανεί -αν μη τι άλλο- εξαιρετικά ασθενές για να μη χρησιμοποιήσω κάποιο άλλο λίγο πιο δεικτικό χαρακτηρισμό.

Άρα, λοιπόν, υπάρχει πολιτική βούληση. Υπάρχει πολιτική βούληση, η οποία αποτυπώνεται όχι μόνο σε αυτό το νομοσχέδιο, αλλά σε μια σειρά από παράλληλες αντίστοιχου χαρακτήρα, αντίστοιχης κατεύθυνσης και στόχευσης νομοθετικές πρωτοβουλίες, που σε πολλά Υπουργεία λαμβάνονται αυτή τη στιγμή από την Κυβέρνηση.

Ο στόχος είναι να υπάρξει πράγματι μια συνολική αλλαγή, η οποία στην πραγματικότητα, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, δεν είναι ότι φέρνει απλώς στη δημοσιότητα τις αποφάσεις. Δεν είναι ότι απλώς επιβάλλει την αξιοκρατία, την αντικειμενικότητα, τη δικαιοσύνη, την αμεροληψία. Στην πραγματικότητα δημιουργεί κάτι βαθύτερο. Αυτό το βαθύτερο είναι ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Είναι ένα νέο μοντέλο διοίκησης. Σε τελική ανάλυση -και ειδικά σε αυτό το νομοσχέδιο πρέπει να το επισημάνει κανείς- είναι μια νέα κρίσιμη προϋπόθεση για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης.

Αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη προτεραιότητα στη χώρα είναι -και δικαιολογημένα είναι- η ανάπτυξη. Είναι πολύ μεγάλη ανάγκη, η ανάγκη της προσέλκυσης ξένων, αλλά και εγχώριων επενδύσεων, για να μπορέσει η οικονομική μηχανή της χώρας να κινηθεί, να υπάρξουν νέες θέσεις εργασίας. Αλλά πώς θα γίνουν όλα αυτά, εάν κανείς άφηνε να συντηρείται ένα φαύλο, πελατειακό, σκοτεινό, αδιαφανές καθεστώς που καταλάμβανε όλα τα μήκη και τα πλάτη της δράσης και ανάπτυξης της λειτουργίας του δημόσιου και κρατικού τομέα;

Άρα και για την ανάπτυξη, το μήνυμα και στην Ελλάδα και διεθνώς ότι πια όλοι οι κρατικοί αξιωματούχοι θα κοινολογούν υποχρεωτικά τις αποφάσεις τους για να μπορούν να τις εκτελέσουν, είναι ένα πολύ μεγάλο όπλο. Είναι ένα πολύ ισχυρό αναπτυξιακό μήνυμα, το οποίο ειδικά σε αυτή την κρίσιμη περίοδο η χώρα μας το έχει επίσης πολύ μεγάλη ανάγκη.

Θα τελειώσω, κυρία Πρόεδρε, και ευχαριστώ πολύ για την ανοχή σας με δυο μόνο επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση είναι ότι εδώ υπάρχει ένα πολιτικό θέμα. Είναι ένα πολιτικό θέμα, στο οποίο πρέπει να σταθεί κανείς, όταν έχει απέναντί του και μάλιστα από τα αριστερά προερχόμενο – το «αριστερά» όπως ο καθένας μπορεί να το ορίσει, εμείς το ορίζουμε με την έννοια της παραδοσιακότητας-  ένα «όχι».

Η χώρα, ο ελληνικός λαός διψάει για διαφάνεια, οι αδύνατοι Έλληνες πολίτες έχουν τεράστια ανάγκη, γιατί αυτοί στερούνται των διασυνδέσεων. Αυτοί στερούνται των έμμεσων μηχανισμών υποστήριξης, των κονέ, που αρέσει στον Πρωθυπουργό να αναφέρει σε πολλές ομιλίες του. Αυτοί είναι που πρώτοι από όλους θα ωφεληθούν από ένα τέτοιο νομοσχέδιο, από μια τέτοια πρωτοβουλία, από μια τέτοια αλλαγή στο κράτος.

Από τα αριστερά, λοιπόν, όταν έρχεται ένα ακόμη «όχι», θα έλεγε κανείς, μετά το «όχι» στην αξιοκρατία στις προσλήψεις, μετά το «όχι» στην αξιοκρατία στις προαγωγές, σε ένα τέτοιο νομοσχέδιο, τότε νομίζω ότι χωρίς να το χαρακτηρίζει κανείς, δεν μπορεί να μην το κρίνει και δεν μπορεί να μην πει ότι πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο, ένα πιθανότατα ιστορικών διαστάσεων λάθος.

Είναι ένα λάθος για το οποίο πολύ σύντομα, όταν αυτή η πολιτική επιλογή – συγκεκριμένα και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ- θα έρθει αντιμέτωπη και θα τεθεί στην κρίση των πολιτών, εγώ θα έλεγα ακόμη και των οπαδών αυτών των κομμάτων, πιθανότατα θα χρειαστεί να γίνει αυτοκριτική. Θα χρειαστεί να γίνει αυτοκριτική, γιατί κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι σε τελική ανάλυση ωφελημένος και από αυτή τη νομοθετική πρωτοβουλία, μαζί με τις υπόλοιπες νομοθετικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης, δεν θα είναι άλλος από αυτόν που μπορεί να υπάρχει, να δρα, να λειτουργεί και να δραστηριοποιείται στο φως. Και αυτός είναι εξ ορισμού ο Έλληνας πολίτης.

Άρα, μόνο όσοι έχουν μάθει να κινούνται στο σκοτάδι, μόνο όσοι έχουν εκπαιδευτεί –γιατί είναι και ένα είδος εκπαίδευσης- να λειτουργούν σε καθεστώτα αδιαφάνειας και μέσω αυτών να κερδίζουν, να αναπτύσσονται σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, άρα και σε βάρος του ελληνικού λαού, θα είχαν συμφέρον να πουν «όχι» σε ένα τέτοιο νομοσχέδιο.

 

Κλείνω, κύριε Πρόεδρε - και ακόμα μια φορά σας ευχαριστώ για την ανοχή- λέγοντας μια φράση, η οποία νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σημαντική. Εμείς και μ' αυτό το νομοσχέδιο ως Κυβέρνηση, ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στέλνουμε το μήνυμα ότι πορευόμαστε απαρέγκλιτα στο δρόμο, ο οποίος αποτελεί υποχρέωσή μας να πορευθούμε. Συνεχίζουμε και θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι έννοια μας μόνο να αλλάξουμε το χθες. Το χθες πρέπει πάση θυσία να το αλλάξουμε. Δεν είναι, όμως, έννοια μας αυτή. Έννοια μας είναι περισσότερο να θεμελιώσουμε ένα νέο μέλλον, ένα νέο αύριο κυρίως για τις νέες γενιές. Είναι πολύ σημαντικό ότι και μ' αυτό το νομοσχέδιο θα μπορέσει ο ελληνικός λαός, κυρίως οι νέες γενιές, να αποκτήσουν μία ακόμα προϋπόθεση, μία ακόμα συνθήκη ανάπτυξης και δραστηριοποίησης σε μία κοινωνία, σε ένα κράτος, που ριζικά θα διαφέρει μ' αυτό που μέχρι τώρα υπήρχε στη χώρα μας. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, είναι πάρα πολύ κρίσιμο, όχι –ξαναλέω- για να αλλάξει κανείς το χθες, που έτσι και αλλιώς υποχρεούται και έτσι και αλλιώς το κάνουμε, αλλά κυρίως για να φτιάξει το αύριο.

 

Σας ευχαριστώ πολύ.