Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
5/12/2011

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ. ΤΑΣΟΥ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ, ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ, ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ: "ΚΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2012"


Αθήνα, 05 Δεκεμβρίου 2011



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ομιλία Υπουργού Εσωτερικών κ. Τάσου Γιαννίτση, στη Βουλή, στη συζήτηση για τη κύρωση του σχεδίου νόμου: «Κύρωση του Κρατικού Προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών ορισμένων ειδικών ταμείων και υπηρεσιών οικονομικού έτους 2012».


«Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Στις 11 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε μια πρωτόγνωρη υπέρβαση. Παραιτήθηκε μια κυβέρνηση πλειοψηφίας και στηρίχθηκε από τρία κόμματα μια νέα κυβέρνηση, στην οποία έχω την τιμή να είμαι μέλος. Μια τέτοια πρωτόγνωρη υπέρβαση εμπεριέχει ένα γενικότερο σημαντικό μήνυμα: ότι πρωτόγνωρες υπερβάσεις μπορούν να γίνουν και σε άλλα ζητήματα, και αυτό μπορεί να οδηγήσει στο να υπερβούμε, με υπομονή, εμμονή, αλληλεγγύη και αυτογνωσία, και την πρωτόγνωρη κρίση που περνάει η χώρα. Γνωρίζουμε ότι θα περάσουμε πολύ δύσκολες φάσεις και για μακρύτερο διάστημα. Όμως, σήμερα είναι μια στιγμή που πολλά πρέπει να τα σκεφτούμε ξανά από την αρχή.

Μια συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2012 μπορεί να γίνει με αριθμούς, ελλείμματα, φόρους ή δαπάνες και αντιδικίες για ένα σωρό πολυσυζητημένα θέματα. Δεν θα ακολουθήσω αυτή τη λογική. Σήμερα, δεν μπορούμε να κάνουμε μια συζήτηση για τον προϋπολογισμό και την οικονομική πολιτική αποκλειστικά στο πρότυπο παρελθουσών συζητήσεων, με αναφορές σε μέτρα και στατιστικές. Θεωρώ, ότι οι πολιτικές και οικονομικές επιλογές που εκφράζονται μέσα από τον προϋπολογισμό, δίνουν απάντηση σε δυο κεντρικά ερωτήματα, που βρίσκονται στην ψυχή του κάθε πολίτη: πού θέλουμε να πάμε και τί πρέπει να κάνουμε.

Είναι αυτονόητο, ότι στα ερωτήματα αυτά δεν υπάρχουν ενιαίες πολιτικές απαντήσεις. Υπάρχει όμως μια απάντηση που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: ότι σημαντικές πτυχές του μοντέλου ανάπτυξης της κοινωνίας και οικονομίας μας απέτυχαν, ακυρώνοντας στη φάση της κρίσης εκατοντάδες χιλιάδες προσδοκίες. Ένα τέτοιο δεδομένο δείχνει την ανάγκη μιας υπέρβασης. Ακριβώς μόνο μια τέτοια υπέρβαση θα κρίνει τελικά το παιχνίδι. Θα κρίνει, αν θα αντιμετωπίσουμε τις παθογένειες εκείνες, που μέσα από τη συσσώρευση δεκαετιών οδήγησαν στην αναίρεση της αναπτυξιακής δυναμικής της κοινωνίας μας και αν θα υπερβούμε την κρίση συνολικά.

Θα κάνω μια σύντομη ιστορική αναφορά, που ίσως σας φανεί περίεργη, αλλά θα φανεί το νόημά της. Στα τελευταία 65χρόνια, εμείς, ως κοινωνία ηττηθήκαμε βαθιά τέσσερις φορές. Η πρώτη φορά, με τον εμφύλιο, που άφησε πληγές για δεκαετίες. Η δεύτερη με τη δικτατορία, που ήταν καθοριστική για πολλές σχέσεις και για πολύ μακρύτερο διάστημα από τα επτά χρόνια. Η τρίτη με την τραγωδία που έζησε ο Ελληνισμός στην Κύπρο το 1974. Η τέταρτη με το μεγάλο οικονομικό αδιέξοδο και την απόσταση αναπνοής που ήρθαμε με την πτώχευση και την έξοδο από το ευρώ. Έχοντας πίσω μας, τις τέσσερις αυτές ήττες, πιστεύω, ότι σήμερα, απόλυτη εθνική προτεραιότητα για όλους, ανεξαίρετα δεν μπορεί να είναι παρά μια: να αποφύγουμε μια πέμπτη μεγάλη ιστορική ήττα, που θα πλήξει καίρια τον κάθε Έλληνα και Ελληνίδα, ακόμα και αυτούς που είναι σε οικονομική απόγνωση και αισθάνονται ότι ίσως δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Όμως και αυτοί θα χάσουν. Εκτός άλλων, θα χάσουν την προοπτική που δικαιούνται να έχουν.

Κάθε ένα από τα τέσσερα αυτά σημεία ήταν ένα αδιέξοδο και μια τομή για μας ως έθνος και ως κοινωνία. Και τα τέσσερα μαζί επιτρέπουν μια διαπίστωση, βάζουν ένα μεγάλο ερώτημα και απαιτούν μια απάντηση:

- Η διαπίστωση είναι ότι ως σύστημα φτάνουμε κάθε τόσο σε μια μεγάλη αποτυχία και με μια μεγάλη συχνότητα. Όλα αυτά δεν έρχονται τυχαία από κάπου. Άσχετα με τα γιατί και τα επειδή, είναι εγγενή παράγωγα του τρόπου λειτουργίας μας, των αντιλήψεων και συμπεριφορών μας. Κάθε τόσο ένα αδιέξοδο, κάθε τόσο και μια ήττα. Το γνωστό απόφθεγμα ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν αδιέξοδα το γνωρίζω και θα συμφωνήσω. Όμως γιατί δεν υπάρχει αδιέξοδο; Επειδή ο απλός κόσμος όταν φτάνει το αδιέξοδο καλείται να πληρώσει σκληρά την αποτυχία της πολιτικής που οδήγησε στο αδιέξοδο. Καλείται να καταβάλλει ένα τεράστιο προσωπικό κόστος, που κάνει εφικτή την υπέρβαση του αδιεξόδου. Το κόστος αυτό όμως πολιτικά, θα μπορούσε και θα όφειλε να είχε αποτραπεί.

- Το ερώτημα είναι «ένα μεγάλο Γιατί». Ποια ήσαν εκείνα τα στοιχεία που μας ώθησαν τόσο συχνά στο να σπάσουμε βροντερά τα μούτρα μας στο πολιτικό, στο οικονομικό και στο εθνικό πεδίο; Ποια ήσαν τα συστημικά χαρακτηριστικά του πολιτικού, αναπτυξιακού και κοινωνικού μεταπολιτευτικού μοντέλου, που προετοίμαζαν τη μετάλλαξη της πτήσης του Ίκαρου σε αποχαιρετισμό της Περσεφόνης.

- Μια απάντηση: Όποιες και αν ήσαν οι δυναμικές που μας έσπρωξαν σε όλα αυτά, σήμερα πρέπει εμείς, εγγενώς, να προφυλάξουμε τον εαυτό μας από το να τις επαναλάβουμε, γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι στο DNA μας, που να κάνει όσα ζήσαμε ντετερμινιστικά αναπόφευκτα. Το ερώτημα είναι πολύ απλό: αν θα πορευόμαστε ή όχι με έναν εκρηκτικό βολονταρισμό, ο οποίος αφού καλλιεργήθηκε για μακρύτατο χρόνο, εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να νομίζει, ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί με τους ίδιους τρόπους, τις ίδιες ιδεοληψίες και αντιλήψεις που οδήγησαν σε αυτήν.

Για να το πω πιο καθαρά, θεωρώ, ότι μέσα στην κοινωνία μας έχουν ιδεολογικοποιηθεί αυτοκαταστροφικές εμμονές. Ότι έχει ιδεολογικοποιηθεί - ώστε να νομιμοποιείται στα μάτια κοινωνικών τμημάτων - ένα ολόκληρο πλέγμα πολιτικών, οι οποίες δήθεν ωφελούν ευρύτατα στρώματα, δήθεν παράγουν ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία, ενώ κατ’ επανάληψη οι επιλογές αυτές έχουν στραφεί εναντίον του απλού κόσμου και της χώρας, δημιουργώντας έναν όλο και σκληρότερο λογαριασμό, τον οποίο ο κόσμος αυτός κάποια στιγμή καλείται να πληρώσει.

Να θυμίσω, ότι 10 χρόνια πριν αρνηθήκαμε να κάνουμε ένα πιο βιώσιμο και στέρεο ασφαλιστικό σύστημα. Το αποτέλεσμα; Το Υπουργείο Οικονομικών σε στοιχεία που δημοσιοποίησε πρόσφατα - και τα καταθέτω - δείχνει, ότι μεταξύ 2001 και 2011 το σωρευτικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων έφτασε τα 97 δισεκ. ευρώ. 97 δισεκ. ευρώ σε σύνολο σωρευμένου χρέους 352 δισεκ. ευρώ, δηλαδή το 28% του χρέους. Το δημόσιο χρέος της χώρας θα μπορούσε να ήταν κατά 28% χαμηλότερο. Αυτό δεν έγινε και οδήγησε σε μείωση των συντάξεων κατά περίπου 28%.

Ο απλός κόσμος ρωτάει που πάμε και ποια θα είναι η Ελλάδα όταν βγούμε από το βάραθρο που πέσαμε. Η βραχεία θητεία της κυβέρνησης δεν επιτρέπει μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Όμως η κυβέρνηση θα έχει επιτελέσει έργο, αν στο διάστημα αυτό δημιουργήσει μια βάση που θα επιτρέψει στο μέλλον να δούμε μια Ελλάδα με ισχυρή παραγωγική βάση και ανταγωνιστική ικανότητα, που θα αξιοποιεί τα σύγχρονα στοιχεία-κλειδιά της ανάπτυξης, που δεν θα σφραγίζεται από έναν ατέλειωτο κρατισμό και που θα είναι φιλική στα παιδιά της, όταν αυτά ξεκινούν τη ζωή τους.

Για να φτάσει στο στόχο αυτό η κυβέρνηση επικεντρώνει την προσπάθειά της σε τέσσερα πεδία:

Πρώτον, να βελτιώσει τις δημοσιονομικές και άλλες οικονομικές ανισορροπίες, καθώς αυτές είναι η κεντρική προϋπόθεση για να ενισχύσουμε το παραγωγικό μας σύστημα, που έχει κλονιστεί επικίνδυνα. Η αποφασιστικότητά μας στην υλοποίηση των αποφάσεων του Οκτωβρίου θα κρίνει τη στήριξη που θα μας παρέχει το ευρωπαϊκό σύστημα, και μάλιστα εν μέσω μιας ευρύτερης κρίσης της ευρωζώνης.

Δεύτερον, η κυβέρνηση δίνει μάχη για τη διασφάλιση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας. Όχι για κάποιους λόγους μεταφυσικούς, αλλά γιατί η έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας περιέχει τις κεντρικές αξίες της κοινωνικής δημοκρατίας και της κοινωνικής ισορροπίας, της οικονομικής ανάπτυξης, της ποιότητας ζωής, της σταθερότητας. Επιπλέον, γιατί τα πιο κεντρικά εθνικά μας συμφέροντα εξαρτώνται άμεσα από την συμμετοχή μας στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Τρίτη επιδίωξη: η ανάπτυξη. Η ανάπτυξη θα αποτελέσει το κεντρικό μέτρο της επιτυχίας ή της αποτυχίας μας για την έξοδο από την κρίση. Η επίτευξη κάθε στόχου που ως κοινωνία έχουμε μπροστά μας, είτε για τα δημοσιονομικά, δηλαδή τα ελλείμματα και το χρέος, είτε για την ανεργία, είτε για τις κοινωνικές πιέσεις, είτε για τα εθνικά συμφέροντα και την εθνική κυριαρχία θα εξαρτηθεί από τις επιδόσεις μας στο δίπολο “δημοσιονομική εξισορρόπηση και ανάπτυξη”. Πρέπει να πετύχουμε και στα δύο μέτωπα ταυτόχρονα. Στα δύο αυτά πεδία δεν χωρεί κουτσή προσπάθεια, γιατί κάτι τέτοιο δεν οδηγεί σε κουτσό, αλλά σε μηδενικό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, η κουλτούρα που κυριαρχεί κάνει το εγχείρημα της ανάπτυξης εξαιρετικά απαιτητικό σε χρόνο, προσπάθεια, επιμονή και συνεκτικότητα. Απαιτεί πολλές, μικρότερες ή μεγαλύτερες εντάσεις με εμπεδωμένα μεγάλα και μικρά συμφέροντα και πρότυπα σκέψης, απαιτεί συνεχή συνεννόηση με τους ενδιαφερόμενους, απαιτεί τόλμη. Δαιδαλώδεις και αδιαφανείς διαδικασίες, γραφειοκρατίες που εξαντλούν τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, τους συναλλασσόμενους γενικά και συχνά συνδέονται με πρόσθετες χρηματικές επιβαρύνσεις, αβεβαιότητα και ταλαιπωρία είναι γνωστά φαινόμενα.

Τέταρτη επιδίωξη της πολιτική μας είναι η σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους και της δανειακής επιβάρυνσης. Θα δημιουργηθούν έτσι βαθμοί ελευθερίας για ουσιαστικές πολιτικές επιλογές. Θα αντιστραφεί επιπλέον, ο διαβρωτικός ρόλος που έπαιξε ο συνεχής δανεισμός και το χρέος για δεκαετίες στην κοινωνία μας. Ας δούμε τι συνέβη. Μεταξύ 1989 και 1999 για να πετύχουμε μια αύξηση του ΑΕΠ 80 δισεκ. ευρώ χρειάστηκε να αυξήσουμε το δημόσιο χρέος κατά 95 δισεκ. ευρώ. Μεταξύ 1999 και 2010 για να πετύχουμε μια αύξηση του ΑΕΠ 120 δισεκ. ευρώ χρειάστηκε να αυξήσουμε το χρέος κατά 213 δισεκ. ευρώ. Μπορεί οι αγορές να είχαν τις δικές τους ευθύνες και λογικές στη διαδικασία αυτή. Όμως, μια ολόκληρη κουλτούρα, που έφτασε να χρειάζεται μια αύξηση του χρέους κατά πάνω από 2 ευρώ για να παράγει 1 ευρώ ΑΕΠ είναι προϊόν των δικών μας στερεότυπων που τα πληρώνουμε σήμερα εξαιρετικά ακριβά.

Μια από τις πιο έντονες κριτικές στην πολιτική που ακολουθούμε είναι ότι κεντρικός της στόχος είναι να διασώσει τις τράπεζες και το άπληστο τραπεζικό κεφάλαιο. Για να δούμε με κάποια αποστασιοποίηση την κριτική αυτή. Θα κάνω τρεις επισημάνσεις:
1. Το ύψος της κεφαλαιοποίησης των τραπεζών σήμερα δεν ξεπερνά τα 3,5-4.0 δισεκ. ευρώ. Όμως οι καταθέσεις του κόσμου φτάνουν τα 175 δισεκ. ευρώ και απαρτίζουν το σύνολο της αποταμίευσης πολλών ετών ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων. Ποιος θα ωφεληθεί από τη στήριξη της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος; Οι μέτοχοι ή οι απλοί Έλληνες πολίτες και η οικονομία μας συνολικά; Η οικονομία μας από τι κλυδωνισμούς θα περάσει, αν κινηθούμε σε μια λογική εκδίκησης ενός τραπεζικού συστήματος, που επιπλέον για δεκαετίες στήριξε την οικονομία μας;

2. Στο μετοχικό κεφάλαιο των ελληνικών τραπεζών η συντριπτική πλειοψηφία των μετόχων δεν είναι κάποιοι ισχυροί κεφαλαιούχοι. Είναι ασφαλιστικά ταμεία, θεσμικοί επενδυτές και ένας τεράστιος αριθμός μικρών και μεσαίων αποταμιευτών. Ποιος θα καταστραφεί αν η κυβέρνηση αδιαφορήσει για την τύχη των τραπεζών; Τι νόημα έχουν οι κατά καιρούς εκδηλώσεις υπέρ του μικρομεσαίου επιχειρηματία, του επαγγελματία ή του εργαζόμενου, αν σήμερα, εκδικητικά, αδιαφορήσει κανείς για το αν θα χαθεί ή όχι ο κόπος τους πολλών ετών;

3. Μια πολιτική που μεσοπρόθεσμα οδηγεί στη μείωση του χρέους και της δανειακής εξάρτησης από τις διεθνείς τράπεζες πώς μπορεί ταυτόχρονα να καταγγέλλεται ότι οδηγεί στην μεγαλύτερη υποταγή και εξάρτηση της κοινωνίας από τις χρηματοοικονομικές αγορές; Εκεί μας οδήγησε ολόκληρη η λογική του προηγούμενου μοντέλου που ανέμελα ακολουθούσαμε.

Αυτά τα ερωτήματα είναι απλά, αλλά πρέπει να απαντηθούν, όταν σχεδιάζουμε να επιλέξουμε πολιτικές. Γνωρίζουμε όλοι, ότι, πράγματι, το παγκοσμιοποιημένο χρηματοοικονομικό σύστημα ξέφυγε και λειτούργησε ως απελευθερωμένος Προμηθέας, με οδυνηρές συνέπειες. Γνωρίζουμε, ότι χρειάζεται ένα πιο αποτελεσματικό παγκόσμιο ρυθμιστικό πλαίσιο, που σημαίνει δύσκολες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ κρατών και αγορών, και θα απαιτήσει χρόνο. Ότι επίσης το τραπεζικό σύστημα, πρέπει να μάθει από τις εμπειρίες της κρίσης. Όμως μέχρι τότε δεν μπορούμε να κάτσουμε πεισματικά και να μην κάνουμε τίποτα. Πρέπει να δούμε πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τα δεδομένα και τις δυνάμεις που έχουμε σήμερα.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η ελληνική κρίση είχε μια ιδιαιτερότητα: ήρθε πρώτη στο προσκήνιο, ως εξωτικό παράδειγμα σε ένα περιβάλλον φαινομενικά υγιών οικονομιών. Η αντίληψη αυτή σήμερα άλλαξε, καθώς ακολούθησαν και άλλες χώρες, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία. Σήμερα ζούμε την επέκταση της κρίσης στην Ευρωζώνη συνολικά. Έγιναν πολλά λάθη στην διακυβέρνηση της ευρωζώνης, τόσο πριν την κρίση, όσο και στο μάνατζμεντ της κρίσης τα τελευταία τρία χρόνια. Τα προβλήματα, με τον χρόνο, γίνονταν όλο και πιο σύνθετα. Το κόστος αντιμετώπισης της κρίσης κάθε τόσο γινόταν όλο και μεγαλύτερο.

Βλέπουμε βεβαίως σήμερα την κρίση που απλώνεται συνεχώς και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Πιστεύω, ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική φάση της Ευρώπης, από την οποία ή θα προκύψουν νέες μορφές συνεργασίας και διακυβέρνησης, ή η κρίση θα παραμένει, με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Η ευρωζώνη βιώνει ό,τι και εμείς: κατανοεί, οτι δεν είναι σταθερό και βιώσιμο το μεγάλο σχέδιο του ενιαίου νομίσματος, χωρίς σοβαρές αλλαγές σε συμπεριφορές, θεσμούς, κανόνες πειθαρχίας και συνολικό σχέδιο και συντονισμό.

Την εβδομάδα αυτή κορυφώνονται οι διεργασίες που μπορεί να οδηγήσουν σε έναν πειστικότερο μηχανισμό διακυβέρνησης της ευρωζώνης. Η σταθεροποίηση του ευρώ θα έχει θετικές επιπτώσεις και για τη σταθερότητα στη χώρα μας, αλλά και για επενδυτικές πρωτοβουλίες, που σήμερα, λόγω της αστάθειας και της αβεβαιότητας παραμένουν αδρανείς. Όμως, εκτός από την Ευρώπη, έχουμε κι εμείς μερίδιο. Τίποτα δεν θα γίνει, αν δεν προχωρήσουμε και εμείς σε μια σειρά από προσαρμογές που ευνοούν τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.
Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η κοινωνία δεν περιμένει από εμάς να της πούμε πόσες θυσίες έχει κάνει. Το μήνυμα που εκπέμπει είναι ότι ναι, καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να γίνουν αλλαγές, αλλά και ότι αν τα πράγματα εξακολουθούν να πηγαίνουν όπως παλιά χωρίς να αλλάξουν, τα πράγματα θα πάνε χειρότερα. Όμως, η κοινωνία χρειάζεται, παράλληλα και μια προοπτική που θα δείχνει την έξοδο από την κρίση. Και αυτό ως κυβέρνηση θέλουμε να το πετύχουμε. Και να δημιουργήσουμε ένα λίγο πιο στέρεο βάθρο πάνω στο οποίο θα πατάει οποιαδήποτε κυβέρνηση πάρει τη σκυτάλη όταν έρθει η στιγμή. Ας μην καταστρέφουμε κάθε στιγμή κάθε ελπίδα που γεννιέται, γιατί είναι άδικο.

Θεωρώ, ότι αν είμαστε συνεπείς στις δεσμεύσεις μας και συστηματικοί στην προσπάθεια μας, είτε κατά τη διάρκεια της μικρής θητείας αυτής της Κυβέρνησης, είτε κατά τη διάρκεια της επόμενης που θα εκλεγεί, θα υπάρξουν ορατά θετικά αποτελέσματα. Στην δύσκολη πορεία μας θα υπάρξει μια στιγμή αντιστροφής της ύφεσης. Έχουμε πίσω μας την υπέρβαση της συνεννόησης και της συνεργασίας. Έχουμε μπροστά μας την ελπίδα της υπέρβασης της κρίσης και της ανάδειξης μιας διαφορετικής πραγματικότητας.»