Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
16/1/2012

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ. ΤΑΣΟΥ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ HARVARD BUSINESS SCHOOL CLUB OF GREECE


Αθήνα, 16 Ιανουαρίου 2012



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


Ομιλία Υπουργού Εσωτερικών κ. Τάσου Γιαννίτση με θέμα: «Στόχοι και επιτεύγματα της ελληνικής κυβέρνησης», στο συνέδριο του Harvard Business School Club of Greece


«Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Harvard Business School Club της Ελλάδας και τον Πρόεδρό του κ. Στέλιο Ζαββό που με προσκάλεσε σε αυτή την ξεχωριστή Ετήσια Διάσκεψη Padoa-Schioppa.
Θα επικεντρωθώ σε δύο θέματα :
- Ποια είναι τα κεντρικά θέματα πολιτικής και τι διακυβεύεται σήμερα?
- Ποιοι είναι οι στόχοι της κυβέρνησης και με ποιο τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί η επιτυχία?

1. Ποια είναι τα κεντρικά μηνύματα και τι διακυβεύεται?
Τον περασμένο Νοέμβριο, κάτω από δραματικές συνθήκες, η παρούσα κυβέρνηση ανέλαβε την ευθύνη να αποκαταστήσει τη διεθνή αξιοπιστία της Ελλάδας και να φέρει σε πέρας όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου, δηλαδή το νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και τη συμφωνία δανείου ύψους 130 δις ευρώ, να ψηφίσει έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό για το 2012 και επίσης να προωθήσει τα φορολογικά και διαρθρωτικά μέτρα που συμφωνήθηκαν με το Μνημόνιο 2010.

Ωστόσο, όλα αυτά τα θέματα ήταν μόνο μερικές πτυχές ενός πιο ουσιαστικού θέματος : πώς να αποφευχθεί χρεοκοπία, που θα οδηγούσε την Ελληνική κοινωνία πίσω σε πολύ επώδυνες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες, θα κατέστρεφε εθνικά όνειρα, θα πλήγωνε την εθνική αυτοπεποίθηση, καθώς επίσης και την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα και τέλος θα άνοιγε την πόρτα σε πολλές κοινωνικά ανεύθυνες, καταστροφικές και αντι-ευρωπαϊκές δυνάμεις και ιδέες. Εν συντομία, αυτό που διακυβευόταν και συνεχίζει να διακυβεύεται είναι ολόκληρη η πραγματικότητα της κοινωνίας μας και όχι μόνο κάποια οικονομικά θέματα.

Θα μπορούσα να προσθέσω ότι η κυβέρνηση αυτή έχει και ένα ακόμη καθήκον : να δώσει στην κοινωνία μας μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση, τη βεβαιότητα ότι η προσαρμογή μαζί με ορισμένες απαραίτητες αλλαγές και την εγκατάλειψη καταστροφικών εμμονών, μπορεί να διασφαλίσει μια θετική προοπτική. Σήμερα η Ελληνική κοινωνία είναι απογοητευμένη, έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στην πολιτική και δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει αν οι διαδοχικές αυστηρές πολιτικές μπορούν να διασφαλίσουν την επιτυχία. Αυτό πρέπει να αλλάξει.

Οι περισσότεροι από τους στόχους της πολιτικής τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωζώνη κατά τη διάρκεια της κρίσης απλά ήταν για να κερδηθεί χρόνος. Και στις δύο περιπτώσεις είδαμε ότι η πολιτική ερχόταν πολύ αργά, πολύ λίγο. Αποδείχθηκε ότι ήταν λάθος στρατηγική. Επιπλέον, κάθε φορά τα προβλήματα γίνονταν πιο δύσκολα, ενώ το κόστος διευθέτησής τους γινόταν όλο και πιο υψηλό.

Στην ουσία, το πολιτικό και κυβερνητικό σύστημά μας βασίζεται σε πεποιθήσεις και προσεγγίσεις που συστηματικά αποτυγχάνουν να καταλήξουν σε κατάλληλες αποφάσεις και μπλοκάρουν το δρόμο για έξοδο από την κρίση. Για να το κάνω σαφέστερο, η άποψή μου είναι ότι πίσω από την οικονομική κρίση αντιμετωπίζουμε ένα πολιτικό σύστημα σε κρίση και ότι για να αντιμετωπίσουμε την οικονομική κρίση πρέπει απεγνωσμένα να αντιμετωπίσουμε τις αδυναμίες της πολιτικής.

Η κυβέρνηση αυτή θα μπορούσε να κερδίσει ένα σημαντικό στοίχημα, αν μπορούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντά της με επιτυχία και, κατά συνέπεια, να γίνει παράδειγμα επιτυχίας. Ένα παρόμοιο αποτέλεσμα θα αποδείκνυε, ότι ακόμη και κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, και μέσα σε λίγους μήνες, μια μη τυπική κυβέρνηση θα μπορούσε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και κάποια αισιοδοξία και να προσφέρει ένα καλύτερο σημείο εκκίνησης για την επόμενη κυβέρνηση.

2. Οι στόχοι της κυβέρνησης και πως θα διασφαλιστεί η επιτυχία?
Η κατάσταση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι μια απλή οικονομική δυσλειτουργία. Για να βγούμε από την κρίση πρέπει να αντιμετωπίσουμε ορισμένα κρίσιμα εμπόδια, όπως : (α) την αντίληψη ότι θα μπορούσαμε να λύσουμε τα προβλήματά μας χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σκέψης που χρησιμοποιούσαμε όταν τα δημιουργήσαμε, (β) το συντηρητισμό του πολιτικού μας συστήματος και σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας μας ενάντια στις διαρθρωτικές αλλαγές και στις μεταρρυθμίσεις, καθώς επίσης και την καταστροφική πεποίθηση ότι η εθνική ευημερία μπορεί να βασιστεί σε αυξανόμενη εξάρτηση από ελλείμματα και χρέη, (γ) την έλλειψη εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων εταίρων μας σε ότι αφορά την βούλησή μας να δράσουμε, την έλλειψη εμπιστοσύνης της κοινωνίας μας σε ότι αφορά τη αξιοπιστία των εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών κατά της κρίσης, την έλλειψη εμπιστοσύνης των επενδυτών στις προοπτικές μας, και τέλος (δ) τη δυσκολία ανάπτυξης πολιτικών που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις πιο βασικές πτυχές της κρίσης.




(α) Σταθεροποίηση και ανάπτυξη
Ενόψη της πραγματικότητας που μόλις περιέγραψα, η κυβέρνηση πρέπει να επιτύχει σε δύο ευρύτερους τομείς πολιτικής : πρέπει να επιτύχει μια αποτελεσματική οικονομική σταθεροποίηση και να επιταχύνει το δρόμο προς μια φάση θετικής ανάπτυξης. Οι δύο στόχοι έχουν άμεση σχέση ο ένας με τον άλλον. Ανάλογα με την ανάπτυξη, αμετάβλητα οικονομικά αποτελέσματα μπορεί να σημαίνουν είτε επιδείνωση είτε βελτίωση ή ένα ουδέτερο αποτέλεσμα σε όρους προσαρμογής. Από την άλλη πλευρά, τα ποσοστά θετικής ανάπτυξης μπορεί να επιτευχθούν μέσα από την οικονομική σταθεροποίηση. Τον περασμένο χρόνο οι δημόσιες δαπάνες μας και τα έσοδά μας καθώς επίσης και το έλλειμμα παρέμειναν αμετάβλητα σε σύγκριση με το 2010. Παρά το ουσιαστικό επιπρόσθετο κοινωνικό κόστος, κάτι δεν πήγε καλά.

Εν συντομία, πρέπει να δείξουμε αποφασιστικότητα στην αποκατάσταση των μακρο-οικονομικών ανισορροπιών μας. Τα οικονομικά ελλείμματα και το χρέος πρέπει να μειωθούν ουσιαστικά και χρειάζεται εξισορρόπηση αν στόχος μας είναι οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, η μείωση της ανεργίας, της φτώχειας και της ανισότητας. Ποτέ μια χώρα με μεγάλο χρέος δεν μπόρεσε να ανακάμψει και να αναπτυχθεί μέσα από πρόσθετα χρέη και ελλείμματα. Μια επιτυχής διαπραγμάτευση με τους πιστωτές μας θα οδηγήσει σε μείωση 40% του ποσοστού χρέους μας/AEΠ. Το νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, η νέα δανειακή συμφωνία και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα δώσουν στο τραπεζικό μας σύστημα και στην οικονομία μας μεγαλύτερη ρευστότητα και περισσότερη εμπιστοσύνη. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου, η σταθεροποίηση και η ανάπτυξη θα διευκολυνθούν σημαντικά. Ενόψει της αβεβαιότητας στην Ευρωζώνη, η αποφασιστικότητά μας να προχωρήσουμε έγκαιρα στην επίτευξη των συμφωνιών αυτών είναι κρίσιμο στοιχείο. Καθυστερήσεις στη διαδικασία μπορεί να δημιουργήσουν δυσανάλογους κινδύνους. Είμαι πεπεισμένος ότι οι διαπραγματεύσεις θα ολοκληρωθούν, ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα δεσμευθούν για τις αλλαγές που χρειάζονται για την ολοκλήρωση του PSI και ότι οι προσπάθειές μας θα συνοδεύονται από τη στήριξη της Ευρώπης και του ΔΝΤ.

(β) Ανάγκη για μεταρρυθμίσεις
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες αφαιρούσαμε πλούτο από το μέλλον μας με σκοπό να απολαμβάνουμε μια πιο καλή ζωή. Οι μεταρρυθμίσεις και οι αλλαγές είχαν μπει στο περιθώριο. Αυτό το μέλλον έγινε τώρα παρόν. Σήμερα, είμαστε αντιμέτωποι με τις επιλογές του παρελθόντος και ανακαλύπτουμε ότι πρέπει να πληρώσουμε ένα μεγάλο λογαριασμό. Πέρα από τις δικές μας επιλογές, τα δάνεια και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αποτέλεσαν τον κεντρικό μηχανισμό της διαδικασίας αυτής. Είναι φανερό, ότι δεν είμαστε μόνοι στο δρόμο αυτό. Ο λόγος χρέους/ΑΕΠ σημείωσε αύξηση από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μέχρι το 2011 κατά 130 ποσοστιαίες μονάδες για την Ελλάδα και κατά 60 μονάδες για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις χώρες της Ευρώπης. Η κρίση έφερε τη στρατηγική αυτή στα όριά της.

Τώρα, κατανοούμε ότι μας λείπουν οι κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης και πρέπει να αλλάξουμε. Για το λόγο αυτό, πρέπει να αποφασίσουμε το πώς θέλουμε να προχωρήσουμε μέσα στη νέα πραγματικότητα. Είπα ότι η σταθεροποίηση αποτελεί την πιο σημαντική πρόκληση της κυβέρνησης, καθώς αποτελεί προϋπόθεση για την έξοδο από την κρίση. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, η επιτυχία των πολιτικών σταθεροποίησης θα συν-καθορίζεται από την ικανότητά μας να δημιουργούμε ανάπτυξη, να ακολουθούμε συνεπείς και στοχευμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις.

Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για μια σε σειρά σημαντικών αλλαγών ή μεταρρυθμίσεων. Οι εν λόγω τομείς αφορούν στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την καλύτερη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, την εισαγωγή ανταγωνισμού σε προστατευμένες υπηρεσίες, την απελευθέρωση επαγγελματικών δραστηριοτήτων και τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Σε ότι αφορά τα τρία πρώτα ζητήματα σχετικό νομοσχέδιο έχει συζητηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και το συνταξιοδοτικό είναι υπό συζήτηση με σκοπό την επίτευξη συναίνεσης.

γ) Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας

Τόνισα το ζήτημα της ανάπτυξης γιατί η ανάπτυξη είναι το πλέον δημοφιλές θέμα στη δημόσια ρητορική μας. Όλοι μιλούν για ανάπτυξη με τη μεγαλύτερη σιγουριά. Αυτό ωστόσο που δεν είναι καθόλου δημοφιλές είναι ότι για τη δημιουργία ανάπτυξης πρέπει να βασιστούμε στον Schumpeter και όχι στον Keynes. Εννοώ ότι για να ενισχύουμε τη μειωμένη ανταγωνιστικότητά μας οφείλουμε να επικεντρωθούμε κυρίως στην παραγωγή και λιγότερο στη ζήτηση.

Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας χρειαζόμαστε ισχυρή βούληση τόσο από την πλευρά του Κράτους, όσο και από τον επιχειρηματικό τομέα για τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών δομών, την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τη διεύρυνση της παραγωγικής δραστηριότητας με νέα προϊόντα και υπηρεσίες, την εισαγωγή οργανωτικών, θεσμικών και ποιοτικών αλλαγών, την επίτευξη λειτουργικών βελτιώσεων στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, την εξοικονόμηση ενέργειας. Τα στοιχεία των εξαγωγών δείχνουν ότι μέσα στην κρίση μια σειρά επιχειρήσεων κατάφεραν να αυξήσουν τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό. Αυτό είναι αισιόδοξο μήνυμα. Ωστόσο, η Ελλάδα ( μετά την Ισλανδία) εξακολουθεί να έχει το δεύτερο υψηλότερο εξωτερικό έλλειμμα στη ζώνη του ΟΟΣΑ.

Πολλοί πιστεύουν ότι η Ελλάδα πρέπει να ξεκινήσει επεκτατικές πολιτικές με σκοπό τη δημιουργία ανάπτυξης. Πρόκειται για μια επικίνδυνη και φαντασμιακή ψευδαίσθηση. Πριν από μια επέκταση, πρέπει να φτάσουμε σε μια νέα μακροοικονομική ισορροπία και να είμαστε αποφασισμένοι να δώσουμε λύσεις στις αδυναμίες μας. Πρώτα και κύρια πρέπει να εγκαταλείψουμε πολλά στερεότυπα, ιδεοληψίες καθώς και την άρνησή μας να κατανοήσουμε τον τρόπο δημιουργίας σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης και ευημερίας στον κόσμο του σήμερα

Η ανάγκη για ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη εγείρει και πάλι το θέμα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι στις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και θα περιορίσουν έτσι τις πιέσεις στους μισθούς ( θα μπορούσα να αναφέρω την απελευθέρωση των μεταφορικών υπηρεσιών) αντιδρούν οι ίδιες ομάδες οι οποίες αρνούνται κάθε συζήτηση στα θέματα της αγοράς εργασίας. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ότι μια μείωση άλλων στοιχείων κόστους θα είναι προς όφελος των μισθών, της απασχόλησης και της ανάπτυξης.

Σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα, θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση στη σχέση της με τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Μια χώρα σαν την Ελλάδα μπορεί να προσπαθήσει να γίνει πιο ανταγωνιστική μέσω της μείωσης στοιχείων του κόστους παραγωγής. Ωστόσο, μια διακύμανση του ευρώ της τάξης του +/- 15%-20% μέσα σε μερικούς μήνες δύναται να εξαλείψει κάθε θετική επίπτωση π.χ. μιας περιοριστικής μισθολογικής πολιτικής. Πρόκειται για ένα σύνθετο πρόβλημα, που δεν είναι εύκολο να επιλυθεί, ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν συζητάμε για ανταγωνιστικότητα και κόστος εργασίας.

Δεν μπορώ να περάσω σε λεπτομέρειες για όλες τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης. Ωστόσο θα ήθελα να τονίσω, ότι υπάρχει μια διαρθρωτική μεταρρύθμιση η οποία θα καθορίσει την επιτυχία όλων των υπόλοιπων: Πρόκειται για μια δυνατότητά μας να αλλάξουμε τρόπο σκέψης, να υιοθετήσουμε μια ευέλικτη προσέγγιση απέναντι στις προκλήσεις και να ενεργούμε με πνεύμα πραγματιστικό.



Κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα να ολοκληρώσω την ομιλία μου, αναγνωρίζοντας ότι σε ότι αφορά τις προοπτικές μας τα συναισθήματα μου είναι ανάμεικτα. Αφ ενός, είμαι πεπεισμένος ότι η κυβέρνηση θα εκπληρώσει με επιτυχία το έργο που έχει αναλάβει από τον περασμένο Νοέμβριο. Αφ ετέρου, πιστεύω ιδιαίτερα, ότι την επόμενη ακριβώς μέρα από την παραίτηση της κυβέρνησης οφείλουμε να προχωρήσουμε επειγόντως σε πιο βαθιές μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές και να αντιμετωπίσουμε ελλείψεις που εμποδίζουν την ανάπτυξη. Θα μπορούσα να αναφέρω, για παράδειγμα, τη δημιουργία ενός δίκαιου και αποδοτικού φορολογικού συστήματος, μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ένα αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα, θεσμούς που θα λειτουργούν αποτελεσματικά και μια αποτελεσματική δημοκρατία. Όμως δεν είμαι σίγουρος πόσο μπορούν να επιτευχθούν πράγματι όλα αυτά. Βεβαίως, βλέπω ότι υπάρχουν σημαντικές κοινωνικές δυνάμεις έτοιμες να δώσουν τη μάχη για ένα καλύτερο μέλλον της χώρας τους – της χώρας μας. Ωστόσο, βλέπω και πολλές φωνές που προπαγανδίζουν ως όραμα εφιαλτικές προοπτικές. Βλέπω ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που για δεκαετίες πρόβαλαν αντιστάσεις σε κάθε μεταρρύθμιση, να εξακολουθούν να έχουν τις ίδιες χρεοκοπημένες αντιλήψεις που έριξαν τη κοινωνική συνοχή και την οικονομία μας στα γόνατα.

Κλείνω με δυο τελευταίες παρατηρήσεις

- Η κρίση στην Ελλάδα υπήρξε αποτέλεσμα συνδυασμού μακροχρόνιων ενδογενών διαδικασιών, εθνικών συμπεριφορών και επιλογών και μεσοπρόθεσμων επιβλαβών αποφάσεων και επιλογών της πιο πρόσφατης περιόδου. Η κρίση μας είναι μια κρίση δική μας και έχουμε την ευθύνη να κατανοήσουμε τι πήγε στραβά και ότι πήγε στραβά να το διορθώσουμε.

- Η κρίση επιδεινώθηκε από κοντόφθαλμες πολιτικές και αντιδράσεις σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν ότι η Ελληνική κρίση ήταν η αρχή μιας ευρύτερης κρίσης και ότι υπήρχε απόλυτη ανάγκη για άμεση, γρήγορη και προληπτική αντίδραση, ώστε να περιοριστεί η επέκτασή της στην ευρωζώνη.

- Κάνω αυτές τις παρατηρήσεις γιατί θα ήθελα να υπογραμμίσω δύο ζητήματα:
Πρώτον ότι είναι καιρός να κατανοήσουμε ότι αν αρνούμαστε να δείξουμε ρεαλισμό, θα είμαστε για άλλη μια φορά χαμένοι, αλλά και, δεύτερον, ότι η επιτυχία των προσπαθειών μας εξαρτάται όχι μόνο από εμάς, αλλά και από τις στρατηγικές της ευρωζώνης. Μετά από τρία χρόνια με δοκιμές και λάθη σε ένα ασταθές περιβάλλον, η ηγεσία της Ευρώπης οφείλει αδράξει την ευκαιρία και να θέσει σε νέα πορεία το ευρώ και το ευρωπαϊκό σχέδιο . Αυτό θα είναι προς όφελος της Ευρώπης, των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ίδιου του παγκόσμιου συστήματος.»