Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2018
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.
16/11/2011

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ. ΤΑΣΟΥ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ, ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ, ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ


Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 2011

Ομιλία Υπουργού Εσωτερικών κ. Τάσου Γιαννίτση, στη Βουλή, στη συζήτηση επί των προγραμματικών δηλώσεων της Κυβέρνησης.


«Ο κόσμος, όσοι παλεύουν καθημερινά και είναι τουλάχιστον κοντά 40 ετών, δεν ξεχνούν το δίλημμα που έθεσε ο Ανδρέας Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1993: « Ή η χώρα θα τιθασεύει το χρέος ή το χρέος θα φάει τη χώρα». Μέχρι πριν λίγες μέρες, όλοι πίστεψαν ότι η απάντηση στο δίλημμα είχε δοθεί. Το χρέος θα έτρωγε τη χώρα. Όμως ήταν λάθος. Μια φοβερή υπέρβαση, όπου υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις και κοινωνία συνέπραξαν με ένα πρωτόγνωρο και άτυπο τρόπο, οδήγησαν σε ένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Το έδειξε η αντίδραση σύσσωμης της κοινωνίας, που με την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον κ. Παπαδήμο, θρησκευόμενη ή όχι, έκανε το σταυρό της.

Η ελπίδα που δημιουργήθηκε μπορεί για κάποιους να είναι απολύτως αδιάφορη. Προσωπικά, αισθάνθηκα υποχρέωσή μου να ενώσω τις δυνάμεις μου στην κυβέρνηση αυτή, για να φύγουμε από ένα σημείο που δεν μας αξίζει ως έθνος, δεν μας αξίζει ως χώρα, δεν μας αξίζει ως άτομα. Ακόμα και αν η μάχη αυτή χαθεί. Και άλλοτε κλήθηκα να δώσω μάχη, που τότε φάνηκε να χάνεται. Όμως η σημερινή μάχη δεν θα χαθεί. Αισιοδοξώ, ότι η κυβέρνηση αυτή θα επιτελέσει το καθήκον που θα της εμπιστευθεί η βουλή και θα παραδώσει τη συνέχεια στο υπεύθυνο πολιτικό σύστημα.

Από χθες διεξάγεται στη Βουλή μια συζήτηση για το θέμα της διάσωσης των κόπων των ελληνικών οικογενειών ή της εγκατάλειψής τους μεσοπέλαγα. Ο καθένας έχει την άποψή του. Ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνεί ή διαφωνεί, είναι μια συζήτηση που υπακούει στους νόμους της δημοκρατίας, γίνεται δημόσια και ο καθένας έχει την ευθύνη των θέσεών του. Όμως, έξω απ’ αυτή τη Βουλή υπάρχει ήδη και ένας παράλληλος, υπόγειος, αφανής πόλεμος απέναντι στον Πρωθυπουργό και την κυβέρνηση αυτή, της οποίας έχω την τιμή να είμαι μέλος. Ο πόλεμος αυτός στήνεται μέσα ίσως και έξω από τη χώρα, στήνεται πάνω από τα κεφάλια των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού, πίσω από τον Έλληνα και την Ελληνίδα που αγωνιούν και αυτοί που τον κάνουν δεν έχουν ονοματεπώνυμο. Με στόχο ποιόν; Με στόχο τον Λουκά Παπαδήμο, δηλαδή έναν άνθρωπο που πέρα από την πολύτιμη συμβολή του από μια εξαιρετικά τιμητική για κάθε Έλληνα και για την Ελλάδα διεθνή θέση, έδωσε τιτάνια μάχη το 1994 για να μην υποτιμηθεί η δραχμή, παρά τις τεράστιες τότε κερδοσκοπικές πιέσεις. Αυτό το γνωρίζω άμεσα, γιατί συμμετείχα τότε σε δραματικές συσκέψεις ως οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και το γνωρίζουν και άλλοι. Ήταν ο Παπαδήμος που έπεισε τότε αποφασιστικά, ότι έπρεπε να δώσουμε τη μάχη ενάντια στην κερδοσκοπία. Αυτή η μάχη τότε κερδήθηκε και μετά ο ίδιος από τη θέση του στην Τράπεζα της Ελλάδος συνέβαλε σημαντικά στο να κερδηθεί και μια δεύτερη μάχη. Τη μάχη για να σταθεροποιηθεί το νόμισμα και η οικονομία, δηλαδή το εισόδημα και ο πλούτος του έθνους, της κάθε ελληνικής οικογένειας για να περάσουμε στη συνέχεια σε συνθήκες ανάπτυξης. Ο Λουκάς Παπαδήμος ήταν επίσης αυτός, στον οποίο προσέτρεχαν για στήριξη όλες οι κυβερνήσεις στα ευαίσθητα και δύσκολα χρόνια της περιόδου από το 2002 μέχρι την αποχώρησή του από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η κοινωνία έχει υποχρέωση να έχει μνήμη και να αντιστέκεται σε λοβοτομές. Για τον πρόσθετο λόγο ότι λοβοτομές σημαίνουν ευθέως κατάργηση της δημοκρατίας. Όπως μνήμη πρέπει όλοι να έχουμε και για την επέτειο της 28ης Οκτ. 1939, ως προς το τι έκανε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας την εποχή εκείνη.
Σήμερα, στην επιφάνεια, αντιμετωπίζουμε την κρίση στη χειρότερη εκδοχή της. Υπόγεια, αντιμετωπίζουμε επιπλέον και τις δυνάμεις που βαθαίνουν, παίζουν ή και φλερτάρουν με την εμβάθυνση της κρίσης. Το ίδιο όπως και διεθνείς κερδοσκοπικοί οίκοι. Ως κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσουμε και τα δύο μέτωπα.
Υποστηρίζεται, ότι είμαστε διχοτομημένοι μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Το απόλυτο λάθος. Είμαστε τριχοτομημένοι μεταξύ Δύσης, Ανατολής και Νότου. Η Ανατολή βέβαια, έδειξε ότι ξέρει να προχωρήσει. Κάνει πλέον άλματα, μας χαιρετάει από όλο και πιο μακριά και μας κοιτάζει σαρκαστικά στην ομφαλοσκόπησή μας. Και όσοι πιστεύουν ότι θα υπερασπιστούμε τα εθνικά μας οράματα ακολουθώντας πορεία προς το Νότο, θα δοκιμάσουν στο πολιτικό πεδίο –δυστυχώς και όλοι οι υπόλοιποι- μια ακόμα πιο οδυνηρή έκπληξη από αυτήν που είχαμε στο οικονομικό πεδίο. Και όταν λέω Νότος, θα σας πω πολύ ωμά, ότι εννοώ τις παρυφές μεταξύ Ανατολής και Τρίτου Κόσμου. Εννοώ την κατάσταση που βλέπουμε σήμερα στα αναρίθμητα κλειστά μαγαζιά, με τα ξύλα στις πόρτες και στα παράθυρα σε όλη την Ελλάδα, στις χιλιάδες κλειστές μικρές ή μεγαλύτερες επιχειρήσεις, στους ανθρώπους σε κάθε φανάρι και σε ειδικές συνοικίες, στο σχεδόν ένα εκατομμύριο άνεργων και στον άγνωστο αριθμό νέων που φεύγουν από τη χώρα σαν να είμαστε στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Ακριβώς την ίδια εικόνα που βλέπαμε σε γειτονικές χώρες δεκαπέντε με είκοσι χρόνια πριν και λυπόμασταν για τον κόσμο τους. Όμως το μέλλον το δικό μας δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, και το χειρότερο –υπάρχουν δυνάμεις που δεν το λυπούνται ούτε σήμερα.
Η συζήτηση αυτή γίνεται ενώπιος ενωπίω, κυρίες και κύριοι βουλευτές. Γίνεται φάτσα φάτσα με τα 11 εκατ. πολίτες που αγωνιούν κάθε μέρα να δουν τι μπορεί να προκύψει ως συνεννόηση και όχι ως διχοτόμηση σ’ αυτό το χώρο. Που βλέπουν απέραντες συζητήσεις για το φύλο των αγγέλων. Που αγωνιούν να δουν, πώς, επιδεικνύοντας αμοιβαία αυτοσυγκράτηση και λειτουργώντας δημιουργικά, θα βρούμε λύσεις, που μετά την πρώτη ανάσα της περασμένης Παρασκευής, θα δώσουν και μια δεύτερη και μια τρίτη και άλλες. Αυτήν την αγωνία οφείλουμε να την διώξουμε, αφήνοντας στην άκρη κάθε τι που μπορεί να επιδεινώσει την ήδη δεινή θέση μας και προχωρώντας σε πράξεις. Γιατί ποιος άλλος, πέρα από τα πλατειά κοινωνικά στρώματα πλήρωσε σκληρούς λογαριασμούς, κάθε φορά που αντί να αντιμετωπίσουμε καυτά ορατά προβλήματα τα σουτάραμε στο μέλλον;
Πολύς λόγος γίνεται για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Όμως η εθνική κυριαρχία, ξέρετε, δεν κερδίζεται με λόγια. Κερδίζεται με πολιτικές, που προσφεύγουν στο μικρότερο δυνατό βαθμό στα δάνεια και στα χρέη, που χρησιμοποιούν τα δάνεια για επενδύσεις και ανάπτυξη και όχι για κατανάλωση και εφήμερη ευημερία. Η εθνική κυριαρχία κερδίζεται με πολιτικές που κατανοούν μέχρι πού είναι στρατηγικά σκόπιμο να φτάσει η δανειακή εξάρτηση από το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να μην λειτουργήσει αυτό σαν παγίδα. Στη χώρα μας όμως ζούμε μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, μια ιδιότυπη κατάσταση. Οι ίδιες φωνές που καταγγέλλουν την παγκοσμιοποίηση, τις τράπεζες, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο, και καλά κάνουν, οι ίδιες ζητούν πολιτικές, που για να υλοποιηθούν απαιτούν νέα δάνεια, νέα χρέη, νέα αδιέξοδα, νέες και βαθύτερες εξαρτήσεις και απομειώσεις της εθνικής κυριαρχίας μας. Και τι σημαίνει αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας το γνωρίζουν όλοι, οπωσδήποτε όλοι σε αυτή την αίθουσα.
Σε όσα χρόνια πάει η μνήμη μου πίσω, δεν θυμάμαι ούτε μια χρονιά, -ούτε μια χρονιά- που πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές οργανώσεις και πολλοί άλλοι, να μην καταγγέλλουν με ιδιαίτερο, με «Ροβεσπιερικό» ή με άλλο ύφος την εκάστοτε κυβέρνηση γιατί δεν προχωρεί σε περισσότερες δαπάνες για τη λειτουργία του κράτους, για την ανάπτυξη, για κοινωνικούς στόχους, για μισθούς, συντάξεις και πολλά άλλα. Με άλλα λόγια, γιατί οι εκάστοτε Κυβερνήσεις δεν υπόσχονταν ότι θα χρεωθούν ακόμα περισσότερο, οπότε θα μας οδηγούσαν ακόμα πιο γρήγορα στο σημείο που φτάσαμε. Το κυρίαρχο κλισέ ήταν ότι ο προϋπολογισμός ήταν αντικοινωνικός και αντιαναπτυξιακός - μαγικές λέξεις. Όπως και ότι κάθε φορά πηγαίναμε στο μεσαίωνα. Αν αυτό ήταν αληθινό, τόσοι μεσαίωνες στη σειρά θα έπρεπε να μας έχουν οδηγήσει στη λίθινη εποχή. Ευτυχώς αυτό κατά περίεργο τρόπο δεν συνέβη. Συνέβη, όμως να φτάσουμε σε μια πρωτόγνωρη κρίση.
Για δεκαετίες πορευτήκαμε μια εύκολη και ανέμελη ζωή, όπου, με εξαίρεση κάποιων φωνών, μεταξύ των οποίων μπορώ σήμερα να προσθέσω και τη δική μου, οικοδομούσαμε το βιοτικό μας επίπεδο μεταθέτοντας το λογαριασμό στο μέλλον. Έναν λογαριασμό που τον πληρώνουμε σήμερα σωρευτικά. Στην ουσία, πορευτήκαμε με απίστευτη απληστία, -ο αγγλικός όρος είναι πασίγνωστος, «greed», και έχει συνδεθεί με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές- αρπάζαμε από το μέλλον ό,τι μπορούσαμε προκειμένου να χαρούμε ένα καλύτερο σήμερα, για να έχουμε την ψευδαίσθηση, ότι ήμασταν έξυπνοι, ικανοί, παραγωγικοί. Ήμασταν όλα αυτά, σίγουρα, απλώς όχι όσο νομίζαμε. Την απληστία αυτή την ασκούσαμε βέβαια φορτώνοντας το λογαριασμό σε παιδιά, εγγόνια, αλλά και σε εμάς τους ίδιους ξεχνώντας ακόμα και το αυτονόητο, ότι σήμερα ο μέσος όρος προσδόκιμου βίου είναι σχεδόν 78 και όχι 25 χρόνια και άρα και εμείς θα συμμετάσχουμε στη πληρωμή του λογαριασμού. Φερθήκαμε με ακόμα μεγαλύτερο βαθμό απληστίας απ’ ότι οι άπληστες αγορές που καταγγέλλουμε με πάθος.
Καταγγέλλουμε τις αγορές –και καλά κάνουμε- αλλά από την άλλη θέλουμε να ακολουθήσουμε τα χνάρια της απληστίας τους. Καταγγέλλουμε το παγκοσμιοποιημένο τραπεζικό σύστημα και την ίδια στιγμή προτείνουμε νέες επεκτατικές πολιτικές, δηλαδή στενότερες εξαρτήσεις από αυτό, πιστεύοντας ότι έτσι θα παράγουμε ανάπτυξη, μια λέξη που έχει κακοποιηθεί πιο πολύ και από τις λέξεις σοσιαλισμός, δημοκρατία, κοινωνική αλληλεγγύη -έννοιες που θα έπρεπε να προφυλάσσουμε ως κόρη οφθαλμού. Στην ουσία φερθήκαμε ακόμα χειρότερα, ακόμα πιο παράλογα και άπληστα, από τις αγορές. Γιατί μεταξύ αγορών και των δικών μας επιλογών υπάρχει μια θεμελιακή διαφορά: ότι ενώ οι αγορές μέσα από την απληστία βγαίνουν κερδισμένες, εμείς μέσα από την απληστία βγήκαμε χαμένοι.

Στο Υπ. Εσωτερικών, λαμβάνοντας υπ’ όψη τον περιορισμένο χρονικό ορίζοντα που οφείλουμε να έχουμε υπ’ όψη, -το τονίζω αυτό, γιατί ακούω φωνές που μην έχοντας τι άλλο να πουν, σκαρφίζονται διάφορες εγκεφαλικές κατασκευές γύρω από το θέμα του χρόνου της κυβέρνησης- θα επικεντρώσουμε την προσπάθειά μας στους εξής πέντε άξονες:

1. Βελτίωση της λειτουργίας του Καλλικράτη στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία των αναγκαίων για την εφαρμογή του προγράμματος κανονιστικών πράξεων. Επίκειται η δημοσίευση των αποφάσεων των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών που ρυθμίζουν την κατάρτιση ενοποιημένων προϋπολογισμών των δήμων και περιφερειών για το οικονομικό έτος 2012. Επίσης, το Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων θα αρχίσει να χορηγεί δάνεια σε ΟΤΑ με επιτόκιο χαμηλότερο από το επιτόκιο τραπεζικών δανείων, προκειμένου οι ΟΤΑ να διευκολυνθούν στην αναχρηματοδότηση και επιμήκυνση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
2. Δημιουργία συνθηκών για τη σταδιακή εξάλειψη του φαινομένου των υπερχρεωμένων δήμων και τη μετάβαση σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, όπως επιβάλλεται και από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η χώρα. Σε περίπτωση αδυναμίας ισοσκελισμού, θα είναι εφικτός ο διακανονισμός ληξιπρόθεσμων οφειλών μέχρι τα τέλη του 2013.
3. Επενδύσεις για την τόνωση της απασχόλησης. Θα αποπληρωθούν 400 εκατ ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος «Θησέας», εξοικονομώντας εθνικούς πόρους που θα μπορούν να διατεθούν σε δράσεις τοπικής εμβέλειας. Θέλω να κάνω έκκληση στους δημάρχους, οι δράσεις να μην είναι έργα τρίτης ή πέμπτης προτεραιότητας και κοινωνικής χρησιμότητας. Να απαντούν σε καίριες κοινωνικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας. Πολύ σύντομα επίσης αρχίζει η εφαρμογή του προγράμματος αυτεπιστασίας, ύψους τουλάχιστον 2 δισεκ ευρώ για τρία χρόνια. Το ποσό αυτό θα διατεθεί για την πρόσληψη 100000 ανέργων σε μικρά έργα. Και πάλι να επισημάνω την ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα κριτήρια επιλογής δράσεων και στις επιπτώσεις των δράσεων, στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη αυτών. Είναι γνωστά τα φαινόμενα των εύκολων δαπανών σε πολλές περιπτώσεις. Η χώρα θέλει σταθερή απασχόληση και ανάπτυξη. Δεν αντέχει άλλο τις εύκολες αλλά προσωρινές λύσεις.
4. Συρρίκνωση της γραφειοκρατίας για να ανασάνουν οι πολίτες, όπως π.χ. η σταδιακή κατάργηση της έκδοσης πολλαπλών πιστοποιητικών, ο ψηφιακός μετασχηματισμός των δήμων
5. Μεγαλύτερη κοινωνική φροντίδα μέσα από δράσεις, όπως το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι», ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, καταπολέμηση φαινομένων διαφθοράς και εκμετάλλευσης μεταναστών και εναρμόνιση νομοθεσίας προς τις ευρωπαϊκές αρχές δικαίου.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,
Ολοκληρώνοντας, και παρόλο που δεν συμμετέχω στη ψηφοφορία, δίνω και εγώ ψήφο εμπιστοσύνης στη Κυβέρνηση.
Ευχαριστώ»