Σάββατο 31 Ιουλίου 2010
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Η διαδικασία για την ανάδειξη των τοπικών αρχών είναι κατά βάση αρμοδιότητας των δικαστηρίων, τα οποία εκδίδουν και τις προβλεπόμενες πράξεις λαμβάνοντας έτσι διοικητικού χαρακτήρα αποφάσεις. Τα δικαστήρια ασκούν, δηλαδή, κατά τη διαδικασία ανάδειξης των αιρετών αρχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διοικητικού χαρακτήρα αρμοδιότητες με την έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων, οι οποίες και προσβάλλονται με ενστάσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΕΚΛΟΓΗΣ

Ο Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής ή άλλο μέλος της, αμέσως μετά τη δημοσίευση του αποτελέσματος της εκλογής παραδίδει στον Πρόεδρο Πρωτοδικών [1]:

  • το πρωτόκολλο της ψηφοφορίας
  • το βιβλίο πρακτικών
  • τους πίνακες διαλογής
  • τα λοιπά εκλογικά έγγραφα
  • τα δέματα των ψηφοδελτίων ταξινομημένα κατά συνδυασμούς και με τη σειρά που είναι αριθμημένα και
  • τους φακέλους.

Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών  εκθέτει:

  • τα πρακτικά της εκλογής μαζί με
  • τον πίνακα των αποτελεσμάτων της

στο κατάστημα του πρωτοδικείου επί πέντε (5) ημέρες. Για την έκθεση αυτή συντάσσει και πρακτικό, που τοιχοκολλείται επίσης έξω από το δικαστικό κατάστημα.

Μέσα στο διάστημα των πέντε (5) αυτών ημερών οι εκλογείς μπορούν να λάβουν γνώση των παραπάνω εγγράφων (καθώς και των λοιπών στοιχείων της εκλογής), προκειμένου να ασκήσουν ενστάσεις κατά του κύρους της ανάδειξης των αρχών της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης.

Αν δεν υποβληθούν ενστάσεις το Πολυμελές Πρωτοδικείο με απόφασή του[2]:

α) επικυρώνει το αποτέλεσμα της εκλογής και

β) ανακηρύσσει

  • τον επιτυχόντα και τους  επιλαχόντες συνδυασμούς,
  • τον Πρόεδρο της Ενιαίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και το Νομάρχη,
  • τους τακτικούς και αναπληρωματικούς νομαρχιακούς συμβούλους  κάθε συνδυασμού που εκλέγονται.

Οι σύμβουλοι κατατάσσονται με τη σειρά της εκλογής τους και, αν δεν υπάρχουν σταυροί,  με αλφαβητική σειρά.

Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου αναρτά αντίγραφο της απόφασης ανακήρυξης στο κατάστημα του δικαστηρίου επί τρεις (3) συνεχείς ημέρες και στέλνει αντίγραφό της  στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και στο Νομάρχη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

Οι ενστάσεις που ασκούνται κατά του κύρους των εκλογών των αρχών της δευτεροβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπονται στο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ειδικότερα στα άρθρα 244-266. Οι αναφορές του ΚΝΑ, όπως ισχύει, σε δικονομικού χαρακτήρα ρυθμίσεις δεν αντικαθιστούν ειδικές ρυθμίσεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αλλά έχουν κατευθυντήριο χαρακτήρα και αποσκοπούν στη συνοπτική ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τα παρεχόμενα από την έννομη τάξη δικαιώματά τους.

1. Δικαίωμα ένστασης και περιεχόμενο αυτής

Δικαίωμα ένστασης[3] έχει:

α) κάθε εκλογέας εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου ή Κοινότητας, καθώς και

β) όποιος διετέλεσε υποψήφιος κατά τις εκλογές στην οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή Ενιαία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.

Σημειώνουμε ότι έχοντας υπόψη α) τη γενική δικονομική αρχή κατά την οποία δεν επιτρέπεται η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο δεύτερου ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου κατά  διοικητικής πράξης ή δικαστικής απόφασης την οποία έχει ήδη προσβάλει[4] και β) την ανάγκη για ταχεία επίλυση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των διαφορών για το κύρος των   εκλογών για την ανάδειξη αρχών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης[5], δεν επιτρέπεται η άσκηση ένστασης κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας από πρόσωπο το οποίο έχει ήδη ασκήσει ένσταση κατά της πρώτης ψηφοφορίας, δεδομένου μάλιστα ότι ο νομοθέτης παρέχει στον ενιστάμενο τη δυνατότητα να προβάλει νέες αιτιάσεις κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας με την κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων[6].

Εφιστούμε την προσοχή ότι μετά την ισχύ του άρθρου 4 του ν. 3146/2003 (Α΄125) η ένσταση δεν στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον εποπτεύοντα τις εκλογές Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αλλά μόνο κατά του οικείου ΟΤΑ.

Οι πράξεις ή οι αποφάσεις που μπορούν να προσβληθούν είναι[7]:

  • η πράξη με την οποία ανακηρύσσονται οι συνδυασμοί των υποψηφίων, 
  • η πράξη με την οποία εξάγεται το αποτέλεσμα της εκλογής,
  •  η απόφαση με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί.

Για τις ενστάσεις αυτές σημειώνουμε τα εξής από τη νομολογία:

1. Σύμφωνα με το άρθρο 38 του ΚΝΑ, όπως ισχύει, στο διάστημα των πέντε (5) ημερών κατά το οποίο ο Πρόεδρος Πρωτοδικών εκθέτει τα πρακτικά της εκλογής μαζί με τον πίνακα αποτελεσμάτων της στο κατάστημα του Πρωτοδικείου, οι εκλογείς μπορούν να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών, καθώς και των λοιπών στοιχείων της εκλογής, και να ασκήσουν ενστάσεις κατά του κύρους της. Οι τυχόν υποβληθείσεις ενστάσεις εκδικάζονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 245 του ΚΔΔ από το Διοικητικό Εφετείο. 

Δεν γίνεται, επομένως, επικύρωση του αποτελέσματος της εκλογής και ανακήρυξη επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών, καθώς και εκλεγομένων τακτικών και αναπληρωματικών συμβούλων από το αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο, αλλά ο γραμματέας του δικαστηρίου αυτού διαβιβάζει τις ενστάσεις μαζί με όλα τα σχετικά με την εκλογή έγγραφα και λοιπά στοιχεία στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 246 παρ. 2 και 258 του ΚΔΔ συνάγεται ότι από τις πράξεις που εκδίδονται κατά την εκλογική διαδικασία υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού  δικαστηρίου μόνο οι περιοριστικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 246 παρ. 2 του  Κώδικα αυτού (όπως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω), όχι δε και άλλες εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες  εξακολουθούν να υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της  Επικρατείας.

Λόγους ένστασης[8] αποτελούν:

  • οι παραβάσεις του νόμου κατά τη     
    • διεξαγωγή της εκλογής,
    • εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος,
    •  ανακήρυξη των υποψηφίων συνδυασμών,
    • ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών και των προσώπων που ανήκουν σε αυτούς, ή
  • η έλλειψη νόμιμων προσόντων ή η συνδρομή νόμιμων κωλυμάτων σε πρόσωπα που έχουν εκλεγεί ή που είναι υποψήφια προς τούτο, ή
  • η ακυρότητα ή η εσφαλμένη αρίθμηση  των ψηφοδελτίων.

Για να είναι βάσιμος λόγος ένστασης με τον οποίο προβάλλεται εκλογική παράβαση και ζητείται η ακύρωση της εκλογής, ο ενιστάμενος οφείλει αφενός να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα γεγονότα που συνιστούν την εκλογική παράβαση καθεαυτή, αφετέρου να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους κατά την άποψή του η παράβαση αυτή είναι δυνατόν να άσκησε επιρροή στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα, εάν δε οι λόγοι αυτοί συνδέονται με πραγματικά περιστατικά, ενέργειες ή ιδιότητες προσώπων, να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά, τις ενέργειες ή τις ιδιότητες αυτές[9].

Αναφορικά με την ακυρότητα των ψηφοδελτίων το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα διάφορα σημεία αποτελούν ή όχι διακριτικά γνωρίσματα με βάση τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε συνθήκες υπό τις οποίες τελεί ο εκλογέας, το είδος του σημείου, την θέση του, τον τρόπο χαράξεως και, προκειμένου για σταυρούς προτιμήσεως, το πάχος ή το χρώμα του για να συναγάγουν αν το εκάστοτε αμφισβητούμενο σημείο έχει τεθεί τυχαία ή σκόπιμα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου περί διακριτικού γνωρίσματος είναι πραγματική και δεν υπόκειται, για το λόγο αυτό, σε αναιρετικό έλεγχο[10].

Από τις διατάξεις του άρθρου 255 του ΚΔΔ, συνάγεται ότι στη δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου επί διαφοράς που αναφύεται κατά την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως β΄βαθμού, επιτρέπεται να ασκείται μόνο πρόσθετη παρέμβαση από όποιον έχει έννομο συμφέρον  προς τούτο, προς υποστήριξη κυρίου διαδίκου, όχι δε και κυρία παρέμβαση, στρεφόμενη κατά όλων των κυρίων διαδίκων, με την οποία διατυπώνονται αυτοτελή αιτήματα. Άλλωστε, τέτοια αιτήματα μπορούν να προσβάλλονται με ένσταση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις των άρθρων 246 και επ. του ανωτέρω Κώδικα[11].

2. Προθεσμίες και αρμόδιο δικαστήριο

Η ένσταση ασκείται μέσα  σε προθεσμία πέντε (5) ημερών[12] από:  

  • τη λήξη του χρόνου έκθεσης των πρακτικών της εκλογής και του πίνακα των αποτελεσμάτων (άρθρο 38 του ΚΝΑ). Η ένσταση δεν μπορεί  να ασκηθεί, αν έχουν περάσει δέκα πέντε (15) ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών[13]  ή  
  • την ανακήρυξη σε δημόσια συνεδρίαση των συνδυασμών των υποψηφίων, δηλ. μέχρι την 5η Οκτωβρίου  2006 ή
  • τη λήξη του χρόνου έκθεσης της πράξης με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί, καθώς και οι υποψήφιοι κάθε συνδυασμού που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί . Η ένσταση δεν μπορεί  να ασκηθεί, αν έχουν περάσει είκοσι (20) ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών.

Κατ΄εξαίρεση, η ένσταση μπορεί να ασκηθεί  και  μετά την πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, αν πρόκειται για έλλειψη προσόντων ή κώλυμα εκλογιμότητας  που υπήρχε στο πρόσωπο του υποψήφιου, πριν από την έναρξη  της εκλογικής διαδικασίας[14].

Το άρθρο 248 παράγραφος 3 του ΚΔΔ το οποίο ορίζει ότι στην περίπτωση α της παρ. 1 του ίδιου άρθρου η ένσταση δεν μπορεί να ασκηθεί αν έχουν περάσει 15 ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών, προϋποθέτει ότι η ανάρτηση του πίνακα των  εκλογικών αποτελεσμάτων, η λήξη του χρόνου έκθεσης αυτών και η λήξη της προθεσμίας ενστάσεως έχουν λάβει χώρα εντός δεκαπενθημέρου από τη διενέργεια των εκλογών,  και περαιτέρω, υπό την ως άνω προϋπόθεση, απαγορεύει την αναστολή λήξης των ως άνω προθεσμιών για οποιοδήποτε λόγο (ανωτέρα βία κλπ), επειδή ο νομοθέτης επιθυμεί την ταχεία εκδίκαση των εκλογικών διαφορών (βλ. και αιτιολογική έκθεση του άρθρου 248 του ΚΔΔ).

Οι ενστάσεις εκδικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το  Διοικητικό Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, δηλαδή δεν προβλέπεται άσκηση έφεσης κατά των αποφάσεων των  Διοικητικών Εφετείων, παρά μόνο αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η προθεσμία για την άσκηση της ένστασης ή η άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης [15].

Η ένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται μαζί με τρία αντίγραφα στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.

Το δικόγραφο της ένστασης πρέπει να περιέχει:

α) σαφείς και συγκεκριμένους λόγους και

β) σαφώς καθορισμένο αίτημα και να αναφέρει[16]:

Ø  το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται

Ø  το τόπο και το χρόνο της σύνταξής του

Ø  αν υποβάλλεται      

  • από φυσικό πρόσωπο,

§   το όνομα,

§   το επώνυμο,

§   το πατρώνυμο και

§   την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου του,

  • αν υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας,

§   την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και

§   το όνομα,

§   το επώνυμο,

§   το πατρώνυμο και

§   την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ,

  • αν υποβάλλεται από το Δημόσιο,

§   τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπροσωπεί

§   τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης στον οποίο αυτό αναφέρεται,

§   τους εκλογικούς συνδυασμούς και τους επικεφαλής τους, καθώς και

§   τα πρόσωπα των οποίων αμφισβητείται με αυτό η εκλογή ή η ανακήρυξη.

Η αρχή που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη πράξη μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση των ενστάσεων υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να διαβιβάζει τις ενστάσεις, χωριστά για κάθε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα και λοιπά στοιχεία, στο αρμόδιο  διοικητικό εφετείο.[17]

Για οποιοδήποτε περαιτέρω πληροφορία μπορείτε να απευθύνεστε στα πρόσωπα που αναγράφονται στην Εισαγωγή.

Αθήνα,  17  Ιουλίου 2006

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Καθηγητής Προκόπιος Παυλόπουλος



[1] Η τήρηση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του πδ 351/2003 βιβλίων και λοιπών εγγράφων (πρωτοκόλλου ψηφοφορίας, πρακτικών, βιβλίων διαλογής ψηφοδελτίων και σταυρών προτίμησης κ.ο.κ. ) είναι υποχρεωτική για τις εφορευτικές επιτροπές, προκειμένου να αποδεικνύονται αυτά που συμβαίνουν κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας και έκβασή της. Τα στοιχεία, όμως, αυτά αλληλοσυμπληρώνονται, ως προς την απόδειξη που παρέχουν, υπό την έννοια ότι η μη τήρηση κάποιου από αυτά ή η πλημμελής τήρησή τους, όπως σε περίπτωση μη θέσεως υπογραφών που προβλέπει ο νόμος, ακόμη δε και η απώλειά τους, δεν επιφέρει ακυρότητα και επανάληψη της εκλογής στα εκλογικά τμήματα, στα οποία έγιναν οι πλημμέλειες ή σημειώθηκαν οι ελλείψεις ή απώλειες, εκτός αν προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον ενιστάμενο ότι τα αποτέλεσμα που εμφανίσθηκε από την εφορευτική επιτροπή είναι διαφορετικό από το πραγματικό (ΑΕΔ 525/1995, 46/1982). Αν δεν υπάρχει προβολή και απόδειξη του ως άνω πραγματικού ισχυρισμού, είναι δυνατόν, ακόμη και σε περίπτωση απώλειας του εκλογικού σάκου κάποιου εκλογικού τμήματος, να γίνει δεκτό το εκλογικό αποτέλεσμα που προκύπτει από το αντίγραφο του πρακτικού της εφορευτικής επιτροπής, το οποίο διαβιβάζεται στον Γενικό Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας ή στον Νομάρχη ( άρθρο 37 παρ. 1 του ΚΝΑ, ΣτΕ 2511/2003 )

[2] άρθρο 39  του ΚΝΑ

[3]  Έχει προκριθεί ο όρος «ένσταση» και όχι «προσφυγή» ως καθιερωμένος ήδη στην εκλογική νομοθεσία (άρθρα 63 επ.ΔΚΚ, άρθρο 38 επ. ΚΝΑ)

[4] Πρβλ. ΣτΕ 320/2002, 198, 121/2000, 228/1987 κ.α.

[5] Πρβλ. ΣτΕ 4080/1999 κ. α.

[6] ΣτΕ 379/2004

[7] Άρθρο 248 του ΚΔΔ

[8] Αν η ένσταση αναφέρεται σε επαναληπτική ψηφοφορία, οι προβαλλόμενοι λόγοι μπορούν να αφορούν και την αρχική ψηφοφορία, αλλά μόνο εφόσον δεν έχει ασκηθεί, ως προς αυτήν, ιδιαίτερη ένσταση.

[9]  Πρβλ. ΣτΕ 3614, 3657, 3658/1996, 3023/2003

[10] Βλ. ΣτΕ 2292,2294/1991 1816/1992, 4394/1995, 914/2000, 3183/2003

[11] ΣτΕ 3324/2003

[12] Η προθεσμία είναι αποκλειστική, αφού στην παράγραφο 2 του άρθρου 248 του ΚΔΔ ορίζεται ότι οι προθεσμίες δεν παρεκτείνονται σε καμία περίπτωση. Μοναδική περίπτωση παράτασης τους ( δηλ. η άσκηση απρόθεσμης ένστασης ) είναι αν πρόκειται για έλλειψη προσόντων ή κώλυμα εκλογιμότητας που υπήρχε, στο πρόσωπο του υποψηφίου, πριν από την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας, η ένσταση μπορεί να ασκηθεί και μετά την πάροδο των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, προθεσμιών. Και τούτο, ώστε να είναι δυνατή η, και μετά την πάροδο των σχετικών προθεσμιών, δικαστική επιδίωξη της έκπτωσης από το αξίωμα προσώπων που είναι ακατάλληλα για τη διοίκηση των ΟΤΑ (άρθρο 248 παρ. 4 ΚΔΔ)

[13] Αρθρο 248 παρ. 3 του ΚΔΔ

[14] Άρθρο 248 παρ.4 του ΚΔΔ

[15]  Άρθρο 250του ΚΔΔ

[16] Άρθρο 45 ΚΔΔ

[17] Άρθρο 252 ΚΔΔ  


« επιστροφή