Τετάρτη 08 Φεβρουαρίου 2012
Για να δείτε το μήνυμα πρέπει να έχετε εγκατεστημένο το Macromedia Flash.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Η διαδικασία για την ανάδειξη των τοπικών αρχών είναι κατά βάση αρμοδιότητας των δικαστηρίων, τα οποία εκδίδουν και τις προβλεπόμενες πράξεις, λαμβάνοντας έτσι διοικητικού χαρακτήρα αποφάσεις. Τα δικαστήρια ασκούν, δηλαδή, κατά τη διαδικασία ανάδειξης των αιρετών αρχών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, διοικητικού χαρακτήρα αρμοδιότητες με την έκδοση αντίστοιχων αποφάσεων, οι οποίες και προσβάλλονται με ενστάσεις, όπως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ- ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΕΚΛΟΓΗΣ

Ο Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής ή άλλο μέλος της, αμέσως μετά τη δημοσίευση του αποτελέσματος της εκλογής παραδίδει [1]:

  • τα πρακτικά της εκλογής,
  • τα λοιπά εκλογικά έγγραφα,
  • τα δέματα των ψηφοδελτίων  ταξινομημένα κατά συνδυασμούς και με τη σειρά που είναι αριθμημένα, καθώς και
  • τους φακέλους

 

στον Πρόεδρο Πρωτοδικών, αν πρόκειται για Δήμο ή στον Ειρηνοδίκη, αν πρόκειται για Κοινότητα.

Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών ή ο Ειρηνοδίκης εκθέτει

  • τα πρακτικά της εκλογής μαζί με
  • τον πίνακα των αποτελεσμάτων της

στο κατάστημα του πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου επί πέντε (5) ημέρες. Για την έκθεση αυτή συντάσσει και πρακτικό, που τοιχοκολλείται επίσης έξω από το δικαστικό κατάστημα.

Μέσα στο διάστημα των πέντε (5) ημερών οι εκλογείς μπορούν να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών (καθώς και των λοιπών στοιχείων της εκλογής), προκειμένου να ασκήσουν ενστάσεις κατά του κύρους της ανάδειξης των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

Η επικύρωση της εκλογής επέρχεται με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εάν δεν υποβληθούν ενστάσεις, εφόσον πρόκειται για Δήμο, ή του Ειρηνοδικείου, εφόσον πρόκειται για Κοινότητα[2]. Με την ίδια απόφαση, ανακηρύσσονται


  • ο επιτυχών και οι επιλαχόντες συνδυασμοί,
  • ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της κοινότητας
  • οι τακτικοί και αναπληρωματικοί δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι κάθε συνδυασμού,
  • οι τακτικοί και αναπληρωματικοί σύμβουλοι των δημοτικών διαμερισμάτων ή των τοπικών συμβουλίων, καθώς και
  • οι πάρεδροι με τους αναπληρωματικούς τους που εκλέγονται.

Ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου ή ο Ειρηνοδίκης εκθέτει την απόφαση ανακήρυξης στο κατάστημα του δικαστηρίου επί τρεις (3) συνεχείς ημέρες και στέλνει αντίγραφό της  στο Νομάρχη.

Ο Νομάρχης στέλνει όμοιο αντίγραφο εν συνεχεία σε κάθε ενδιαφερόμενο Δήμο και Κοινότητα της περιφέρειάς του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

Οι ενστάσεις που ασκούνται κατά του κύρους των εκλογών των αρχών της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπονται στο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) και ειδικότερα στα άρθρα 244-266 αυτού. Οι αναφορές του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα σε δικονομικού χαρακτήρα ρυθμίσεις δεν αντικαθιστούν ούτε ρυθμίζουν ειδικότερα τα ζητήματα, τα οποία έτσι και
αλλιώς διέπονται συνολικά και αποκλειστικά από τον ΚΔΔ [3], αλλά  είναι αναφορές «παιδαγωγικού» χαρακτήρα, που αποσκοπούν στην βασική ενημέρωση των ενδιαφερομένων για τα

παρεχόμενα σε αυτούς από την έννομη τάξη δικαιώματα.

1. Δικαίωμα ένστασης και περιεχόμενο αυτής

Δικαίωμα ένστασης[4] έχει:

α) κάθε εκλογέας εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους  Δήμου ή Κοινότητας, καθώς και

β) όποιος διετέλεσε υποψήφιος κατά τις εκλογές στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Σημειώνουμε ότι, έχοντας υπόψη α) τη γενική δικονομική αρχή, κατά την οποία δεν επιτρέπεται η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο δεύτερου ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου κατά  διοικητικής πράξης ή δικαστικής απόφασης την οποία έχει ήδη προσβάλει[5]  και β) την ανάγκη για ταχεία επίλυση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των διαφορών για το κύρος των
δημοτικών και κοινοτικών εκλογών[6], δεν επιτρέπεται η άσκηση ένστασης κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας από πρόσωπο, το οποίο έχει ήδη ασκήσει ένσταση κατά της πρώτης ψηφοφορίας, δεδομένου μάλιστα ότι ο νομοθέτης παρέχει στον ενιστάμενο τη δυνατότητα να προβάλλει νέες αιτιάσεις κατά του κύρους της επαναληπτικής ψηφοφορίας με την κατάθεση δικογράφου προσθέτων λόγων[7].

Εφιστούμε την προσοχή στο ότι μετά την ισχύ του άρθρου 4 του ν. 3146/ 2003 (Α΄125) η ένσταση δεν στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον εποπτεύοντα τις εκλογές Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αλλά, μόνο κατά του οικείου ΟΤΑ.

Οι πράξεις ή οι αποφάσεις που μπορούν να προσβληθούν είναι:

  • Η πράξη, με την οποία ανακηρύσσονται οι συνδυασμοί των υποψηφίων (άρθρο 37 ΔΚΚ)[8]
  • Η πράξη, με την οποία εξάγεται το αποτέλεσμα της εκλογής (άρθρο 58 ΔΚΚ).
  • Η απόφαση, με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί (άρθρο 62 ΔΚΚ).

Για τις ενστάσεις αυτές σημειώνουμε τα εξής από τη νομολογία:

1. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 61 του ΔΚΚ στο διάστημα των πέντε (5) ημερών, κατά το οποίο ο Πρόεδρος Πρωτοδικών ή ο Ειρηνοδίκης εκθέτει τα πρακτικά της εκλογής μαζί με τον πίνακα αποτελεσμάτων της στο κατάστημα του πρωτοδικείου ή του ειρηνοδικείου, οι εκλογείς μπορούν να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών, καθώς και των λοιπών στοιχείων της εκλογής, και να ασκήσουν ενστάσεις κατά του κύρους της. Οι τυχόν υποβληθείσες ενστάσεις εκδικάζονται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 64 ΔΚΚ, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. 

Δεν γίνεται, επομένως, επικύρωση του αποτελέσματος της εκλογής και ανακήρυξη επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών, καθώς και εκλεγομένων τακτικών και αναπληρωματικών συμβούλων από το αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο (κατά το άρθρο 62 του εν λόγω Κώδικα), αλλά ο γραμματέας του δικαστηρίου αυτού διαβιβάζει τις ενστάσεις μαζί με όλα τα σχετικά με την εκλογή έγγραφα και λοιπά στοιχεία στο αρμόδιο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 246 παρ. 2 και 258 του ΚΔΔ συνάγεται ότι από τις πράξεις που εκδίδονται κατά την εκλογική διαδικασία υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού  δικαστηρίου μόνο οι περιοριστικώς απαριθμούμενες στο άρθρο 246 παρ. 2 του  Κώδικα αυτού (όπως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω), όχι δε και άλλες εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες  εξακολουθούν να υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της  Επικρατείας. Τέτοια πράξη μη υποκείμενη σε ένσταση ενώπιον του αρμόδιου  διοικητικού  δικαστηρίου, αλλά σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της  Επικρατείας, είναι η νομαρχιακή απόφαση, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του  άρθρου 69 παρ. 2 του ΔΚΚ, καθορίζεται η  ημερομηνία και το πρόγραμμα για τη διεξαγωγή των επαναληπτικών εκλογών σε  περίπτωση ακυρώσεως της εκλογής[9].

Λόγοι ένστασης[10] είναι:

  • οι παραβάσεις του νόμου κατά
    • τη διεξαγωγή της εκλογής
    • την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος
    • την ανακήρυξη των υποψηφίων συνδυασμών
    • ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών και των προσώπων που ανήκουν σε αυτούς, ή
  • η έλλειψη νομίμων προσόντων ή η ύπαρξη νομίμων κωλυμάτων  σε πρόσωπα που έχουν εκλεγεί ή που είναι υποψήφια προς τούτο, ή
  • η ακυρότητα ή η εσφαλμένη αρίθμηση  των ψηφοδελτίων

Για να είναι βάσιμος λόγος ένστασης με τον οποίο προβάλλεται εκλογική παράβαση και ζητείται η ακύρωση της εκλογής, ο ενιστάμενος οφείλει αφενός να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα γεγονότα που συνιστούν την εκλογική παράβαση καθεαυτή, αφετέρου να εκθέσει τους λόγους, για τους οποίους κατά την άποψή του η παράβαση αυτή είναι δυνατόν να άσκησε επιρροή στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα. Εάν δε οι λόγοι αυτοί συνδέονται με πραγματικά περιστατικά, ενέργειες ή ιδιότητες προσώπων, να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά, τις ενέργειες ή τις ιδιότητες αυτές[11].

Αναφορικά με την ακυρότητα των ψηφοδελτίων, κατά την εκδίκαση των σχετικών με το κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών διαφορών, τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια κρίνουν αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα διάφορα σημεία αποτελούν ή όχι διακριτικά γνωρίσματα με βάση τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε συνθήκες υπό τις οποίες τελεί ο εκλογέας, το είδος του σημείου, τη θέση του, τον τρόπο χαράξεως και, προκειμένου για σταυρούς προτιμήσεως, το πάχος ή το χρώμα του για να συναγάγουν αν το εκάστοτε αμφισβητούμενο σημείο έχει τεθεί τυχαία ή σκόπιμα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου περί διακριτικού γνωρίσματος είναι πραγματική και δεν υπόκειται, για το λόγο αυτό, σε αναιρετικό έλεγχο[12].

Από τις διατάξεις του άρθρου 255 του ΚΔΔ, ερμηνευόμενες ενόψει και της εισηγητικής εκθέσεως του εν λόγω Κώδικα, συνάγεται ότι στη δίκη ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου επί διαφοράς που αναφύεται κατά την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιτρέπεται να ασκείται μόνο πρόσθετη παρέμβαση, προς υποστήριξη κυρίου διαδίκου, όχι δε και κυρία παρέμβαση, στρεφόμενη κατά όλων των κυρίων διαδίκων, με την οποία διατυπώνονται αυτοτελή αιτήματα. Άλλωστε, τέτοια αιτήματα μπορούν να προβάλλονται με ένσταση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις των άρθρων 246 και επ. του ανωτέρω Κώδικα[13].

2. Προθεσμίες και αρμόδιο δικαστήριο

Η ένσταση ασκείται μέσα  σε προθεσμία πέντε (5) ημερών[14] από:

  • τη λήξη του χρόνου έκθεσης των πρακτικών της εκλογής και του πίνακα των αποτελεσμάτων (άρθρο 61 ΔΚΚ). Η ένσταση δεν μπορεί  να ασκηθεί, αν έχουν περάσει δέκα πέντε (15) ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών (παράγραφος 3 του άρθρο 66 ΔΚΚ) ή  
     
  • την ανακήρυξη σε δημόσια συνεδρίαση των συνδυασμών των υποψηφίων (άρθρο 37 ΔΚΚ)[15], δηλ. μέχρι την 5η Οκτωβρίου 2006 ή
     
  • τη λήξη του χρόνου έκθεσης της πράξης, με την οποία ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες και οι επιλαχόντες συνδυασμοί, καθώς και οι υποψήφιοι κάθε συνδυασμού που εκλέγονται ως τακτικοί ή αναπληρωματικοί (άρθρο 62 ΔΚΚ). Η ένσταση δεν μπορεί  να ασκηθεί, αν έχουν περάσει είκοσι (20) ημέρες από τη διενέργεια των εκλογών (παράγραφος 3 του άρθρο 66 ΔΚΚ).

Το άρθρο 248 παράγραφος 3 του ΚΔΔ, το οποίο ορίζει ότι στην περίπτωση α της παρ.1 του ίδιου άρθρου η ένσταση δεν μπορεί να ασκηθεί αν έχουν περάσει 15 ημέρες (βλ. υποσημείωση 2) από τη διενέργεια των εκλογών, προϋποθέτει ότι η ανάρτηση του πίνακα των  εκλογικών αποτελεσμάτων, η λήξη του χρόνου έκθεσης αυτών και η λήξη της προθεσμίας ενστάσεως έχουν λάβει χώρα εντός δεκαπενθημέρου από τη διενέργεια των εκλογών,  και περαιτέρω, υπό την ως άνω προϋπόθεση, απαγορεύει την αναστολή λήξης των ως άνω προθεσμιών για οποιοδήποτε λόγο (ανωτέρα βία κ.λ.π.), επειδή ο νομοθέτης επιθυμεί την ταχεία εκδίκαση των εκλογικών διαφορών (βλ. και αιτιολογική έκθεση του άρθρου 248 του ΚΔΔ).

Οι ενστάσεις εκδικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο οικείος Δήμος ή η Κοινότητα. Δηλαδή δεν προβλέπεται άσκηση έφεσης κατά των αποφάσεων των Τριμελών Διοικητικών Πρωτοδικείων, παρά μόνο αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η ένσταση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται μαζί με τρία αντίγραφα στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.

Η προθεσμία για την άσκηση της ένστασης ή η άσκησή της δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης (άρθρο 64, παρ. 1 ΔΚΚ).

Το δικόγραφο της ένστασης πρέπει να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και σαφώς καθορισμένο αίτημα και να αναφέρει[16]:

  • το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται
  • τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του
  • αν υποβάλλεται
    • από φυσικό πρόσωπο,
      • το όνομα,
      • το επώνυμο,
      • την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου του,
    • αν υποβάλλεται από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας,
      • την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και
      • το όνομα,
      • το επώνυμο,
      • το πατρώνυμο και
      • την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ,
    • αν υποβάλλεται από το Δημόσιο,
      • τον τίτλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπροσωπεί
  • τον Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στον οποίο αυτό αναφέρεται,
  • τους εκλογικούς συνδυασμούς και τους επικεφαλής τους, καθώς και
  • τα πρόσωπα, των οποίων αμφισβητείται με αυτό η εκλογή ή η ανακήρυξη.

 Η αρχή που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη πράξη[17], μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση των ενστάσεων, υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, να διαβιβάζει τις ενστάσεις, χωριστά για κάθε Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα και λοιπά στοιχεία, στο αρμόδιο τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο.[18]

Για οποιαδήποτε πληροφορία μπορείτε να απευθύνεστε στα πρόσωπα που αναγράφονται στην Εισαγωγή.

Αθήνα, 30 Ιουνίου 2006

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΚΑΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Καθηγητής Προκόπιος Παυλόπουλος


ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΔΕΚΤΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

  1. Γενικοί Γραμματείς Περιφερειών
  2. Νομάρχες
  3. Έπαρχοι
  4. Πρόεδροι και Εισαγγελείς Εφετών
  5. Πρόεδροι και Εισαγγελείς Πρωτοδικών
  6. Πρόεδροι Διοικητικών Πρωτοδικείων
  7. Ειρηνοδίκες
  8. Δήμαρχοι και Πρόεδροι Κοινοτήτων

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

  1. Προεδρία της Δημοκρατίας, Γραφείο Διοικητικών Υποθέσεων
  2. Πολιτικό Γραφείο κ. Πρωθυπουργού
  3. Όλα τα Υπουργεία, Δ/νσεις Διοικητικού
  4. Γενικά Επιτελεία Εθνικής Άμυνας, Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας

     

    Δ/νσεις Προσωπικού
  5. Αρχηγεία Ελληνικής Αστυνομίας, Λιμενικού Σώματος και Πυροσβεστικού Σώματος Δ/νσεις Προσωπικού

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ

  1. Γραφείο κ. Υπουργού
  2. Γραφείο κ.κ. Υφυπουργών
  3. Γραφείο κ. Γενικού Γραμματέα
  4. Γραφείο κ. Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
  5. Όλες τις Γενικές Δ/νσεις και Δ/νσεις της ΚΥ του Υπουργείου
  6. Γραφείο Τύπου


[1] Η τήρηση των προβλεπομένων στις διατάξεις του πδ 351/2003 βιβλίων και λοιπών εγγράφων (πρωτοκόλλου ψηφοφορίας, πρακτικών, βιβλίων διαλογής ψηφοδελτίων και σταυρών προτίμησης κ.ο.κ.) είναι υποχρεωτική για τις εφορευτικές επιτροπές, προκειμένου να αποδεικνύονται αυτά που συμβαίνουν κατά την διεξαγωγή της ψηφοφορίας και η έκβασή της. Τα στοιχεία, όμως, αυτά αλληλοσυμπληρώνονται, ως προς την απόδειξη που παρέχουν, υπό την έννοια ότι η μη τήρηση κάποιου από αυτά ή η πλημμελής τήρησή τους, όπως σε περίπτωση μη θέσεως των υπογραφών που προβλέπει ο νόμος, ακόμη δε και η απώλειά τους, δεν επιφέρει ακυρότητα και επανάληψη της εκλογής στα εκλογικά τμήματα, στα οποία έγιναν οι πλημμέλειες ή σημειώθηκαν οι ελλείψεις ή απώλειες, εκτός αν προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον ενιστάμενο ότι το αποτέλεσμα που εμφανίσθηκε από την εφορευτική επιτροπή είναι διαφορετικό από το πραγματικό (ΑΕΔ 525/1995, 46/1982). Αν δεν υπάρχει προβολή και απόδειξη του ως άνω πραγματικού ισχυρισμού, είναι δυνατόν, ακόμη και σε περίπτωση απώλειας του εκλογικού σάκου κάποιου εκλογικού τμήματος, να γίνει δεκτό το εκλογικό αποτέλεσμα που προκύπτει από το αντίγραφο του πρακτικού της εφορευτικής επιτροπής, το οποίο διαβιβάζεται στον οικείο νομάρχη ή τον δήμαρχο (άρθρα 93 παρ. 2 και 94 παρ. 2 του πδ 351/2003, ΣτΕ 2511/2003).

[2] Άρθρο 62 ΔΚΚ.

[3] Άρθρο 63 ΔΚΚ.

[4] Έχει προκριθεί ο όρος «ένσταση» και όχι «προσφυγή» ως καθιερωμένος ήδη στην εκλογική νομοθεσία (άρθρα 78 επ πδ 410/1995, άρθρο 38 επ πδ 30/ 1996).

[5] Πρβλ. ΣτΕ 320/2002, 198, 121/2000, 228/1987 κ.α.

[6] Πρβλ. ΣτΕ 4080/1999 κ.α.

[7] ΣτΕ 379/2004.

[8] Από τις σχετικές διατάξεις του ΔΚΚ συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, κατά το οποίο κρίνεται το παραδεκτό της δήλωσης κατάρτισης συνδυασμού, είναι το χρονικό σημείο ανακήρυξης του συνδυασμού αυτού από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο και όχι ο χρόνος υποβολής (επίδοσης ή παράδοσης) της δήλωσης κατάρτισης του  συνδυασμού στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, διότι μόνο  μετά την ανακήρυξη του συνδυασμού, ύστερα από έλεγχο της νομιμότητας της δήλωσης κατάρτισής του, διασφαλίζεται ο συνταγματικός σκοπός που επιδιώκει ο νομοθέτης (να περιέχει κάθε συνδυασμός που μετέχει στις εκλογές το νόμιμο ελάχιστο αριθμό υποψήφιων) (ΣτΕ 2833/ 2003).

[9] Πρβλ. ΣτΕ 2075/1994, 50/ 2005.

[10] Αν η ένσταση αναφέρεται σε επαναληπτική ψηφοφορία, οι προβαλλόμενοι λόγοι μπορούν να αφορούν και την αρχική ψηφοφορία, αλλά μόνο εφόσον δεν έχει ασκηθεί, ως προς αυτήν, ιδιαίτερη ένσταση.

[11] Πρβλ. ΣτΕ 3023/ 2003, 3614, 3657, 3658/1996.

[12] Βλ. ΣτΕ3183/ 2003, 914/2000, 4394/1995, 1816/1992,  2292, 2294/1991.

[13] ΣτΕ 3324/ 2003.

[14] Η προθεσμία είναι αποκλειστική, αφού στην παράγραφο 2 του άρθρου 66 ΔΚΚ ορίζεται ότι οι προθεσμίες δεν παρεκτείνονται σε καμία περίπτωση. Μοναδική περίπτωση παράτασης τους (δηλ. η άσκηση απρόθεσμης ένστασης) είναι αν πρόκειται για έλλειψη προσόντων ή κώλυμα εκλογιμότητας που υπήρχε, στο πρόσωπο του υποψηφίου, πριν από την έναρξη της εκλογικής διαδικασίας, η  ένσταση μπορεί να ασκηθεί και μετά την πάροδο των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, προθεσμιών. Και τούτο, ώστε να είναι δυνατή η, και μετά την πάροδο των σχετικών προθεσμιών, δικαστική επιδίωξη της έκπτωσης από το αξίωμα προσώπων που είναι ακατάλληλα για τη διοίκηση των ΟΤΑ (άρθρο 248 παρ. 4 ΚΔΔ).

[15] Με το ένδικο βοήθημα της ένστασης προσβάλλεται η ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών στις δημοτικές εκλογές, η οποία γίνεται με απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου στην περίπτωση που δεν ασκηθούν ενστάσεις κατά του κύρους των δημοτικών εκλογών. Και τούτο, διότι η απόφαση αυτή του πολυμελούς πρωτοδικείου, με την οποία επικυρώνεται το αποτέλεσμα της  εκλογής και ανακηρύσσονται οι επιτυχόντες, αποτελεί κατ` ουσίαν διοικητική πράξη, σύμφωνη με το άρθρο 94 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία αναθέτει στα όργανα της πολιτικής δικαιοσύνης και αρμοδιότητες διοικητικής φύσεως (ΑΕΔ 23/90). Αντίθετα, η ανακήρυξη των επιτυχόντων και επιλαχόντων συνδυασμών στις δημοτικές εκλογές, η οποία γίνεται με την απόφαση του αρμόδιου Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου που αποφαίνεται επί ενστάσεως κατά του κύρους των εκλογών, δεν μπορεί να προσβληθεί με ένσταση. Και τούτο, διότι αποτελεί ειδικότερο κεφάλαιο της δικαστικής αυτής απόφασης (ΣτΕ 3301/2000) και δεν νοείται προσβολή δικαστικής απόφασης με (εισαγωγικό της δίκης) ένδικο βοήθημα.

[16] Άρθρο 45 ΚΔΔ και άρθρο 64, παρ. 2 ΔΚΚ.

[17] Άρθρο 65, παρ. 1 ΔΚΚ.

[18] Άρθρο 252 ΚΔΔ.